Τζένη Καρέζη




«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί. Ένα κορίτσι με γαλάζια μάτια και δύο ξανθές σφιχτοδεμένες κοτσίδες, έτσι θα μπορούσε να αρχίσει το παραμύθι της, ένα κορίτσι που αγαπούσε πολύ το θέατρο» είχε γράψει χαρακτηριστικά ο σκηνοθέτης της, Ντίνος Δημόπουλος, στο βιβλίο των αναμνήσεών του.

Το κορίτσι δεν ήταν άλλο από την Ευγενία Καρπούζη, που έγινε «Τζένη» από μια καθηγήτρια Γαλλικών στο σχολείο της και «Καρέζη» από τον Άγγελο Τερζάκη, δάσκαλό της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. 

Μαθήτρια και του Δημήτρη Ροντήρη, αξέχαστη ηρωίδα του Ιάκωβου Καμπανέλλη («Ρωμιάκι» στο «Μεγάλο μας Τσίρκο», «Ασπασία» και άλλοι μεγάλοι ρόλοι), πρωταγωνίστρια θεατρικών έργων του Γιώργου Ρούσσου («Θεοδώρα η Μεγάλη», «Πάπισσα Ιωάννα»), πηγή έμπνευσης νέων κωμωδιών για το συγγραφικό δίδυμο Ασημάκης ΓιαλαμάςΚώστας Πρετεντέρης («Δεσποινίς Διευθυντής», «Τζένη, Τζένη» κ.ά.), εξίσου απολαυστική σε εκείνες των Νίκου ΤσιφόρουΠολύβιου Βασιλειάδη («Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος», «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» κ.ά.), συνοδοιπόρος του Κώστα Καζάκου από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, η Τζένη Καρέζη θριάμβευσε στη θεατρική της ωριμότητα στο «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» του Άλμπι, έπαιξε Ίψεν («Έντα Γκάμπλερ») και Τσέχοφ («Βυσσινόκηπος»), και ενσάρκωσε συγκλονιστικά τη «Μήδεια» του Ευριπίδη και, διαδοχικά, την «Ηλέκτρα» και την «Ιοκάστη» του Σοφοκλή στην Επίδαυρο, πριν ρίξει αυλαία στο θέατρο και τη ζωή με τα «Διαμάντια και Μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη.

Στη μεγάλη οθόνη, χρίστηκε πρωταγωνίστρια από τον Αλέκο Σακελλάριο («Λατέρνα Φτώχεια και Φιλότιμο»), συνεργάστηκε με τον Γιάννη Δαλιανίδη («Τρελοκόριτσο», «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» κ.ά.), αλλά έκανε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της με τον Ντίνο Δημόπουλο («Λόλα», «Δεσποινίς Διευθυντής», «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια», «Τζένη, Τζένη» κ.ά.). Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα αριστουργηματικά «Κόκκινα Φανάρια» του Βασίλη Γεωργιάδη, που διεκδίκησαν το Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας (από το «8 ½» του Φεντερίκο Φελίνι) και εκπροσώπησαν επίσημα τη χώρα μας στο Φεστιβάλ Καννών. Στην Ελλάδα, τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ερμηνείας για την ερμηνεία της στο «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967), ενώ η αριστοφανική «Λυσιστράτη», με την οποία έκλεισε την κινηματογραφική της καριέρα, κέρδισε το Βραβείο Αρτιότερης Παραγωγής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.




ΘΕΑΤΡΟ 
«“Το Μεγάλο μας Τσίρκο”. Κι όταν πεθαίνω, αυτό θα θυμάμαι…» 

Ως μαθήτρια, πρωταγωνιστεί, σε δική της σκηνοθεσία, στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή στο θέατρο Ρεξ. Στην πλατεία βρίσκεται και ο τότε διευθυντής του θεάτρου, Δημήτρης Μυράτ, που διακρίνει το μεγάλο ταλέντο της και συγχαίρει τους γονείς της. Ο πατέρας της, όμως, δεν θέλει ούτε καν να ακούσει το ενδεχόμενο η κόρη του να ασχοληθεί με την υποκριτική τέχνη. Έτσι, θα χρειαστούν εννέα μήνες απεργία πείνας (!) για να της επιτρέψει να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Απαγγέλλοντας ένα απόσπασμα από τον «Ταρτούφο» του Μολιέρου, γίνεται δεκτή και το όνειρό της πραγματικότητα... 

Φοιτήτρια ακόμα της Σχολής, παίζει στο «Πριν από το Ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν και ντουμπλάρει την Αντιγόνη Βαλάκου στον «Άνθρωπο του Διαβόλου» του Σω. Το επίσημο βάπτισμα του θεατρικού πυρός παίρνει, όμως, στην «Ωραία Ελένη» των Ρουσέν και Γκρέι τον Οκτώβριο του 1954, υποδυόμενη την κόρη της Μελίνας Μερκούρη. Ο κριτικός Άλκης Θρύλος γράφει στη «Νέα Εστία»: «Η παράσταση μάς επεφύλαξε και μια έκπληξη: Τη νέα ηθοποιό κ. Τζ. Καρέζη. Η πρωτόβγαλτη αυτή ηθοποιός, που κινήθηκε στη σκηνή με απόλυτη άνεση, χωρίς να δείξει στιγμή αμηχανίας, ήταν σωστή σε όλες τις κινήσεις της, σε όλους τους τονισμούς των φράσεων, και έχει κι εντελώς εξαιρετική ευγένεια, που δεν μπορεί να μη συνδυάζεται με πνευματικότητα. Είναι, βέβαια, πρόωρο να σχηματίσει κανένας από τώρα οριστική γνώμη, αλλ’ είχα την εντύπωση ότι ο θεατρικός κόσμος απέκτησε μια νέα δύναμη για την οποία θα γίνει αργότερα πολύς λόγος». 

Ακολουθεί το «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Λόρκα, όπου υποδύεται την κόρη της Κατίνας Παξινού. Για την εμφάνισή της στον ρόλο της Αδέλας, ο μεγάλος έλληνας πεζογράφος Μ.Καραγάτσης γράφει: «Η νεαρότατη ηθοποιός, δεσποινίς Τζένη Καρέζη, με τον δεύτερο ρόλο της μόλις διμήνου σταδιοδρομίας της απέδειξε πως κρατάει στα χέρια της ένα μέλλον λαμπρό και μεγάλο. Ιδιοσυγκρασία καθαρώς δραματική, γνωρίζει να συνδυάζει την έκφραση του πάθους και της δύναμης κατά τρόπον όχι συνηθισμένο για μια κοπέλα μόλις 20 χρόνων». 

Την περίοδο 1955-1959, η νεαρή Τζένη θητεύει στο Εθνικό Θέατρο, παίζοντας μεταξύ άλλων Μίλερ, Σαίξπηρ, Τολστόι και Αριστοφάνη. Γίνεται «Οφηλία» και «Κορντηλία» με «Άμλετ» και «Ληρ», αντίστοιχα, τον Αλέξη Μινωτή, κι ακολουθεί τη Μαίρη Αρώνη στο Ηρώδειο και την Επίδαυρο με τις «Εκκλησιάζουσες» και τη «Λυσιστράτη»

Κοντολογίς, μυείται στα άδυτα της υποκριτικής από θρύλους του είδους, παίζοντας σε έργα του κλασικού ρεπερτορίου, πριν πρωταγωνιστήσει στο θέατρο σ’ εκείνα των Τσιφόρου-Βασιλειάδη και Γιαλαμά-Πρετεντέρη που απολαμβάνουμε μέχρι σήμερα από τη μικρή οθόνη. Η ίδια θα δηλώσει αργότερα: «Αντιμετώπιζα πάντα με την ίδια σοβαρότητα ό,τι έκανα, είτε ήταν μπουλβάρ ή ελληνική κωμωδία είτε ήταν Σαίξπηρ. Για μένα, ό,τι έπαιζα ήταν μεγάλο». 

Σύμφωνα με τον κριτικό Κώστα Γεωργουσόπουλο, «μετά την Κατερίνα, καμία άλλη ηθοποιός δεν έπαιξε με τόση μαεστρία μπουλβάρ». Μια… μαέστρος, όμως, που ήταν γεννημένη για τους μεγάλους ρόλους…. 

«Το πιο πολύτιμο πράγμα που έχω ζήσει είναι το “Τσίρκο”. Και όταν πεθαίνω, αυτό θα θυμάμαι» αποφαίνεται η ίδια το 1976 στον «Ταχυδρόμο». Μια δήλωση που θα επαναλάβει στις «Εικόνες», περίπου δέκα χρόνια αργότερα (το 1985), εξηγώντας γιατί: «Ήταν μέσα στη Χούντα. Και δεν ήταν θέμα ερμηνείας, ήταν πολιτικό γεγονός. Ζήσαμε τότε στιγμές που δεν τις έχουν ζήσει πολλοί ηθοποιοί. Ήταν ένα μεθύσι με δυο χιλιάδες ανθρώπους κάθε μέρα, με τον Ξυλούρη σαν Αρχάγγελο. Ήταν το 1973, μετά τα γεγονότα της Νομικής. Έπειτα, μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, μας έπιασαν εμένα και τον Κώστα (Καζάκο). Μείναμε έναν μήνα στην ΕΣΑ. Ήταν πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες. Όμως, όταν βγήκαμε, χιλιάδες άνθρωποι μάς περίμεναν, αψηφούσαν τους ΕΣΑτζήδες, ήθελαν να δουν την παράστασή μας. Ο κόσμος μάς αγκάλιασε. Ήταν κάτι συγκλονιστικό. Ναι, θα το θυμάμαι όταν θα πεθάνω!» 

Από το «Μαίρη, Μαίρη» του Κερ τη χειμερινή περίοδο 1964-1965, η Τζένη έχει γνωρίσει στο πετσί της τι σήμαινε η θεατρική αργκό «σπάει ταμεία» για μία παράσταση. 250 χιλιάδες θεατές την είχαν απολαύσει τότε έκθαμβοι σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη. Στην περίπτωση του «Τσίρκου» συνέβη κάτι πολύ περισσότερο από ένας εισπρακτικός θρίαμβος (με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περισσότερους από 500 χιλιάδες θεατές). Μόνο οι αναμνήσεις όσων το έζησαν μπορούν να δώσουν τις αληθινές διαστάσεις αυτού του εμβληματικού έργου του Ιάκωβου Καμπανέλλη, που μετατράπηκε σε παλλαϊκή πράξη αντίστασης κατά της παραπαίουσας δικτατορίας… 

Αμέσως μετά τον γάμο της με τον Κώστα Καζάκο το 1968, η Τζένη συμπρωταγωνιστεί μαζί του για πρώτη φορά στο θέατρο, στο έργο «Θεοδώρα η Μεγάλη» του Γιώργου Ρούσσου. Εκεί τη σκηνοθετεί ο Αλέξης Μινωτής. Έκτοτε, ο σύζυγός της, πέραν από βασικός παρτενέρ της σε όλα τα έργα, αναλαμβάνει και τον νευραλγικό ρόλο του σκηνοθέτη στις περισσότερες εμφανίσεις της στο σανίδι. Έτσι ώστε να μην είναι υπερβολή να γραφεί σήμερα πως Καρέζη και Καζάκος ακολούθησαν κοινή θεατρική πορεία για δύο δεκαετίες. Μέχρι το τέλος της. Αφότου εκείνη έγινε ακόμα και η «Ιοκάστη» στον «Οιδίποδά» του. 

Το 1978 είναι που αποκτούν το δικό τους θέατρο στην οδό Ακαδημίας. Η Τζένη επιλέγει την ονομασία «Αθήναιον», για να θυμίζει τον θρίαμβο του «Τσίρκου» στο ομώνυμο θερινό της οδού Πατησίων. Στη νέα της θεατρική στέγη θα ζήσει έναν ακόμα, με το «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», που ανεβαίνει για δύο συνεχόμενες σεζόν την περίοδο 1982-1984. 

«Το θαύμα έγινε στην Ελλάδα» δηλώνει ο Έντουαρντ Άλμπι, συγγραφέας του έργου που μεταφράζει η ίδια με τον Σταμάτη Φασουλή. «Παίζει με κάθε ίνα της και κάθε κύτταρό της, ιδιαίτερα, όμως, στον εξορκισμό φτάνει σε στιγμές σπάνιας υποκριτικής. Εκεί, η κριτική αφοπλίζεται και το μόνο για το οποίο μακαρίζεις τον εαυτό σου είναι που ευτύχησες να είσαι παρών» γράφει χαρακτηριστικά ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στα «Νέα». «Η Τζένη Καρέζη δεν θα ’χε άδικο να κολακεύεται ότι μας επιφύλαξε μια Μάρθα βγαλμένη μέσ’ από την αποστομωτική αλήθεια της πιστής αναπαράστασης. Ο ρόλος της πέρασε από το φίλτρο του ταυτισμού για να καταλήξει στην προσωπική σφραγίδα. Και η σφραγίδα θα μείνει στη μνήμη» παρατηρεί ο Τάσος Λιγνάδης στη «Μεσημβρινή». 

«Η ερμηνεία της ήταν λαμπρή» θυμάται χρόνια αργότερα ο Ζυλ Ντασσέν. «Αξέχαστη, όμως, ήταν η περίοδος της πρόβας. Οι απαιτήσεις που είχε από τον εαυτό της στο να έλθει πιο κοντά και πιο κοντά στον χαρακτήρα της Μάρθας ήταν σχεδόν βίαιες, γεμάτες πάθος. Το αποτέλεσμα ήταν η συνάντηση δύο ψυχών», σύμφωνα με τον σκηνοθέτη της παράστασης.

Στο χειμερινό Αθήναιον είναι που θα προχωρήσει την υποκριτική της τέχνη και στα δύσβατα μονοπάτια του Ίψεν και του Τσέχοφ. Σκηνοθετημένη από τον Βολονάκη στην «Έντα Γκάμπλερ» (1984) και από τον Εφρέμοφ στον «Βυσσινόκηπο» (1988). 

Το κεφάλαιο των εμφανίσεών της στο Ηρώδειο και την Επίδαυρο είναι τόσο ξεχωριστό, που μόνο οι κριτικές που έχουν διασωθεί μπορούν να το προσεγγίσουν σήμερα… 

Για τη «Μήδειά» της, το 1985, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος γράφει στα «Νέα»: «Κέρδισε με το σπαθί της τη θέση της στων τραγικών μεγεθών την πόλιν. Έχω πολλά χρόνια να δω ηθοποιό σε τραγωδία με τέτοια συναισθηματική πληρότητα. Ήταν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή γεμάτη, παλλόμενη, άνετη και πλαστική. Ρυθμικά και μουσικά σωστά κουρδισμένη. Δεν υπήρχε κενό στην ερμηνεία της». «Μια από τις ωραιότερες δημιουργίες τραγικού προσώπου στο σύνολο των παραστάσεων αρχαίου δράματος που έχουμε δει», σύμφωνα με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. «Η πιο συγκλονιστική στιγμή της καριέρας μου, όμοια με εκείνη της γέννας του γιου μου», σύμφωνα με την ίδια… 

Για την «Ηλέκτρα» της, το 1987, ο Μηνάς Χρηστίδης δίνει την εξής περιγραφή στο «Έθνος»: «Πολύ δύσκολα θα ξεχάσει η Επίδαυρος την παράσταση αυτή. Ακόμη κι εκείνοι που είχαν σοβαρές αντιρρήσεις σε ορισμένα σημεία της παράστασης, θα κρατάνε έντονη την εικόνα μιας Ηλέκτρας αγρίμι του μίσους, κατακυριαρχημένη από απελπισία και πάθος… Αυτή η Ηλέκτρα μπορούσε πράγματι να έρθει από τα βάθη των μύθων, χωρίς τους καλλωπισμούς, την ωραιοπάθεια και τις εξιδανικεύσεις των νεοτέρων. Γι’ αυτό θεωρώ εξαιρετικό επίτευγμα την εικόνα της Ηλέκτρας που έδωσε η Τζένη Καρέζη». 

Ο συγγραφέας Γιώργος Μανιάτης θυμάται σήμερα: «Η Τζένη Καρέζη στην παράσταση της “Ηλέκτρας” ήταν κάτι το εκθαμβωτικό. Ειδικά στους μονολόγους, που είχε όλο το βάρος απάνω της, απελευθέρωνε το θηρίο που είχε μέσα της και με τους σκοτεινούς της τόνους επισκίαζε τα πάντα. Ακόμα θυμάμαι το βάθος και το έρεβος αυτών των μονολόγων. Είχε ανοίξει όλους τους κρουνούς της μεγάλης δεξαμενής του ταλέντου της, για να ξεχυθεί στον μαραζιάρη κάμπο του κοινού όλη η δύναμη και το πάθος που έκρυβε μέσα της. Αυτή η ερμηνεία της πρέπει να ήταν μια από τις κορυφαίες στιγμές της καριέρας της. Κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο, που, αν το ’χεις από εξαρχής μέσα σου, δεν μπορεί να βγει ποτέ με αυτόν τον τρόπο επί της γης κάτω από το θόλο της οικουμένης». 

Το «Διαμάντια και Μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη αποδεικνύεται το κύκνειο άσμα της. «Η Τζένη Καρέζη σ’ έναν από τους καλύτερους ρόλους της, κινήθηκε πάνω στη διαχωριστική γραμμή της τραγικότητας και του αυτοσαρκασμού (ουσιαστικά της αυτοάμυνας), δίχως να χάσει ούτε δευτερόλεπτο την ισορροπία της» γράφει ο κριτικός Σπύρος Παγιατάκης στην «Καθημερινή». «Ένιωσα και εισέπραξα το χειροκρότημα γι’ αυτόν τον μοναδικό ρόλο και πρέπει να πω ότι ήταν από τις ωραιότερες αναλήψεις της ζωής μου» εξομολογείται εκείνη λίγο πριν απ’ την ανάληψή της στον ουρανό… 

Όσοι είχαν τύχη να δουν την Τζένη στο θεατρικό σανίδι, αφηγούνται σήμερα ότι η παρουσία της προκαλούσε τόση συγκίνηση, ώστε αισθανόσουν την ανάγκη να κλάψεις βγαίνοντας από το θεάτρο, για να εκτονωθεί η συσσωρευμένη ένταση. 

Όσοι δεν είχαμε την τύχη των προηγουμένων λόγω χρονολογίας γέννησης, είμαστε πλέον απολύτως βέβαιοι πως εκείνη ήταν απ’ τις ελάχιστες περιπτώσεις ηθοποιών που κατάφερνε να βγάζει στο κοινό τα ενδόμυχα της ψυχής της. Κρίνοντας όχι μόνο από τον τρόπο που οι κριτικοί επαίνεσαν την τεχνική της, αλλά κυρίως από τις αναμνήσεις όσων την είδαν να ερμηνεύει με το δικό της υποκριτικό ένστικτο και πάθος… 

Ο θεός του Θεάτρου μού έλεγε: “Εξαγόρασες την προσωπική σου ζωή στο σανίδι του θεάτρου. Ξέρεις τους ήχους και τους χρόνους... Ξέρεις πόσο κρατάει ο αναστεναγμός... Και πόσο λυτρωτική είναι καμιά φορά η απελπισία...” 




ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 
«Τζένη, Τζένη» 

«Σας παρακαλώ, μήπως έχετε μια φωτιά;» ήταν τα πρώτα λόγια της στον κινηματογράφο. Μια προφητική ατάκα από κάθε άποψη. Η φωτιά που πήρε, η φωτιά που εξέπεμψε, έμεινε άσβεστη στο πέρασμα του χρόνου χάρη στο σελιλόιντ. 

«Όταν μου την πρότεινε ο Σακελλάριος, δεν την ήθελα! Πόσο λάθος είχα κάνει στην εκτίμησή μου!» θα παραδεχτεί εκ των υστέρων ο Φιλοποίμην Φίνος, που, διακρίνοντας έναν στραβισμό στα μάτια της, την απέρριπτε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955). Ο ίδιος παραγωγός που θα ζητούσε από τον σκηνοθέτη της να γυρίσει το πρώτο σίκουελ του ελληνικού κινηματογράφου, το «Λατέρνα Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (1957), με την ίδια φυσικά πρωταγωνίστρια… 

Την είχαν βρει περιπλανώμενη στις ερημιές ο Βασίλης Αυλωνίτης και ο Μίμης Φωτόπουλος. Θα τη φλέρταρε ο Βασίλης Λογοθετίδης στο «Δελησταύρου και Υιός» (1957). Θα υποδυόταν την κόρη του Ορέστη Μακρή και ανιψιά της Γεωργίας Βασιλειάδου στη «Θεία από το Σικάγο» (1957). Αλλά και τη γυναίκα του Μακρή, που θα τη γεννούσε και θα αποβίωνε στον τοκετό στο «Μια Λατέρνα, Μια Ζωή» (1958). Το πορτραίτο της θα κοσμούσε τις λατέρνες του ελληνικού σινεμά, που έγιναν αντικείμενο έριδας μεταξύ δύο μεγάλων σκηνοθετών (του Αλέκου Σακελλάριου και Γιώργου Τζαβέλλα). Σαν «Χιονάτη», θα συναντούσε ξανά τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο και Μακρή στα «7 Γεροντοπαλίκαρα» (1960), που συμπλήρωναν οι Σταυρίδης, Παπαγιαννόπουλος, Ευθυμίου και Λειβαδίτης. Θα γινόταν η χαριτωμένη αλλά κακομαθημένη κόρη του εργοστασιάρχη Παπαγιαννόπουλου, που αναλάμβανε να κοροϊδέψει τον υπάλληλό του, Ντίνο Ηλιόπουλο, στο «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» (1960). 

Αν έμπαινε κάποιος στον πειρασμό να μετρήσει τις ταινίες που γύρισε πριν γίνει το «Τρελοκόριτσο» (1960), θα έβρισκε έξι στις οποίες ο ρόλος της απουσίαζε από τον τίτλο. Έστω κι αν με την πρώτη της κιόλας, το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», είχε διεκδικήσει την πρωτιά στα εισιτήρια μεταξύ όλων των ταινιών της συγκεκριμένης σεζόν. (Σ.σ.: Την είχε χάσει οριακά από τη Μελίνα Μερκούρη, που έκανε στη «Στέλλα» το δικό της κινηματογραφικό ντεμπούτο.) Κι αν, τελικά, δεν την κέρδισε ποτέ –έχοντας να αντιμετωπίσει την αιώνια της αντίπαλο, Αλίκη, και τα δημοφιλή μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη–, έξι ταινίες της θα ξεπερνούσαν τα 400 χιλιάδες εισιτήρια. Η πιο εμπορική της, επαναλαμβάνοντας μόνο το μικρό της όνομα στον τίτλο, θα πλησίαζε τα 600 χιλιάδες. Σαν οι θεατές να ανταπέδιδαν με τόκο τη σεμνότητα των πρώτων κινηματογραφικών της ρόλων… 

Πέραν από την ταινία-ντοκιμαντέρ «Η Αθήνα τη Νύχτα» (1962) που παρακολουθεί την ίδια την Τζένη Καρέζη στα κινηματογραφικά πλατό, το μικρό της όνομα ακούγεται μόνο στο «Τρελοκόριτσο» (1958) και το «Τζένη, Τζένη» (1966). Στις υπόλοιπες ταινίες είναι η «Καίτη», η «Χριστίνα», η «Λόλα», η «Λίλα», η «Μίκα», η «Βασούλα» και άλλες. 

Απλώς και μόνο το όνομά της αποδείχτηκε δημοφιλέστερο από οποιονδήποτε τίτλο. Ίσως το συγγραφικό δίδυμο Γιαλαμάς-Πρετεντέρης να αντιλήφθηκε πόσο αυτόφωτη ήταν η πρωταγωνίστρια και να έγραψε πάνω σ’ αυτήν, προτείνοντας το όνομά της για τίτλο στον σκηνοθέτη και τον παραγωγό της ταινίας. Όπως και να ’χε, η Τζένη εις διπλούν είναι χάρμα οφθαλμών στις Σπέτσες, ως αγνή αλλά μορφωμένη νησιωτοπούλα, που κρύβει την αλήθεια από τον χρεοκοπημένο πατέρα της και νυμφεύεται εικονικά τον πολιτικό του αντίπαλο, ανιψιό ενός εφοπλιστή, για να αποπληρωθούν τα πατρικά χρέη. 

Η πρώτη έγχρωμη ταινία της, βέβαια, ήταν η προηγούμενη, η «Τρελή Οικογένεια» (1965), στην οποία είχε ήδη λάμψει. «Δεν είναι υπερβολή αν πει κανείς πως η έγχρωμη Καρέζη αποτελεί αληθινή αποκάλυψη-απόκτημα για τη φτωχή σε γνήσια ωραίες μορφές ελληνική οθόνη» είχε γραφτεί στον Τύπο της εποχής. 

Το «Τζένη, Τζένη» ήταν σενάριο για τον κινηματογράφο, έτσι ώστε οι ανωτέρω υποθέσεις μας να μην είναι τόσο αυθαίρετες. Σε άλλες περιπτώσεις, τα σενάρια ήταν παρμένα από το θέατρο. Τα «Κόκκινα Φανάρια» ήταν διασκευή του θεατρικού έργου «Το Σπίτι με τα Κόκκινα Φώτα» του Αλέκου Γαλανού. Παρομοίως, η «Τρελή Οικογένεια», του θεατρικού έργου «Οι Γυναίκες Προτιμούν τους Σκληρούς» των Τσιφόρου-Βασιλειάδη. Τα «Δεσποινίς Διευθυντής» και «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» των Γιαλαμά-Πρετεντέρη, ήδη μεγάλες θεατρικές επιτυχίες της Τζένης, πριν γίνουν ταινίες από τον Ντίνο Δημόπουλο και τον Γιάννη Δαλιανίδη, αντίστοιχα. 

Είναι αξιοσημείωτο ότι η απολαυστική κωμική της ερμηνεία στα «Δεσποινίς Διευθυντής» και «Τρελή Οικογένεια» ακολούθησε χρονολογικά τη σαγηνευτική δραματική της στα «Κόκκινα Φανάρια» και τη «Λόλα». Επιβεβαιώνοντας με αυτόν τον τρόπο το εύρος της ερμηνευτικής της γκάμας και το μοναδικό της ταλέντο να παίζει άψογα και τα δύο αντίθετα είδη: κωμωδία και δράμα. 

Σ’ αυτές που υποδύθηκε την κοινή γυναίκα, πολύ απλά μάγεψε. Οτιδήποτε άλλο κι αν γραφόταν, θα την αδικούσε. Κι αν με τη «Λόλα» (1964) δεν ξαναβρέθηκε στα Όσκαρ ή τις Κάννες, όπως με τα «Κόκκινα Φανάρια» (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη, είχε την ίδια μαγεία, σκηνοθετημένη αυτή τη φορά από τον Ντίνο Δημόπουλο, υπό τους ήχους νοσταλγικών μελωδιών εκ νέου του Σταύρου Ξαρχάκου

Σταθμός για τη ζωή της, όμως, ήταν το «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967). Η ταινία προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες λίγες μέρες πριν από την επιβολή της δικτατορίας. Αλλά η καρδιά της Τζένης είχε ήδη χάσει την ελευθερία της κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. Ο λόγος; Ο συμπρωταγωνιστής της, Κώστας Καζάκος. Τι κι αν είχαν συναντηθεί στα κινηματογραφικά πλατό και στο παρελθόν; Φαίνεται πως η στολή του αξιωματικού έμελλε να γίνει η σπίθα για να πάρει φωτιά ο έρωτάς τους… 

Η αυλαία της στον κινηματογράφο ήταν ένας προάγγελος εκείνης που θα άνοιγε στο θέατρο. Η προτελευταία της ταινία, η «Ερωτική Συμφωνία» (1972), ήταν σε σκηνοθεσία Καζάκου, και η τελευταία της, η «Λυσιστράτη» (1972), σε παραγωγή του. Η κυρία Καζάκου είχε δοθεί πλέον ψυχή τε και σώματι στον άντρα της ζωής της και θα τον ακολουθούσε σε όλα τα επόμενα βήματά της στην υποκριτική. 

Για τη «Λυσιστράτη» της, ο ηθοποιός Αλέξης Μινωτής είχε γράψει ότι «η ακτινοβολούσα πρωταγωνίστρια» είναι «η πιο όμορφη από όλες τις γυναίκες τις ταινίες». Ενώ ο κριτικός Αιμίλιος Χουρμούζιος είχε απευθυνθεί σε εκείνη με το ρητορικό ερώτημα: «Πρέπει, άραγε, να σου ξαναπώ, αγαπητή μου Τζένη, ότι η δική σου παρουσία στον επώνυμο ρόλο τού χαρίζει λάμψη και ομορφιά, ισορροπώντας αξιοθαύμαστα την ανήσυχη θηλυκότητα και την ηγετική μαχητικότητα σε αυτόν τον σκαμπρόζικο γυναικοπόλεμο;» 

Γενικότερα, οι κινηματογραφικοί κριτικοί δεν φείδονταν επαίνων για εκείνη. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε; «Αφοπλίζει με τη δροσιά και την πεντακάθαρη παρουσία της» αφηγείται ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος στην αποτίμηση της κινηματογραφικής της καριέρας, μιλώντας για την παρθενική της εμφάνιση, στο «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (1955). «Η εικόνα του μεθυσιού της στον κινηματογράφο είναι από τα πράγματα που μένουν σημειωμένα στο μυαλό» παρατηρεί ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης, αναφερόμενος στις σκηνές που είχε ως «Λίλα» στο «Δεσποινίς Διευθυντής» (1965), ως «Μίκα» στην «Τρελή Οικογένεια» (1965) και ως «Τζένη» στο «Τζένη, Τζένη» (1966). «Ο ασυνήθιστος συνδυασμός του αυστηρού ύφους με το σαγηνευτικό βλέμμα και το κρυφό νάζι έπαιξε ρόλο στην καθιέρωση της εικόνας της» εκτιμά ο Γιάννης Ζουμπουλάκης. «Ο κινηματογραφικός φακός ήταν αφοπλιστικά ερωτευμένος μαζί της» διαπιστώνει πιο απλά ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, καταλήγοντας πως η Τζένη «άφησε στις ταινίες της το ακριβό πρόσωπό της, αντανάκλαση μιας γενναίας, γενναιόδωρης ψυχής…»




ΤΡΑΓΟΥΔΙ 
«Μην τον Ρωτάς τον Ουρανό»

«Τα δυο χείλια σου είναι μέλι» ακούγεται να τραγουδάει στην πρώτη της ταινία, σε στίχους του σκηνοθέτη Αλέκου Σακελλάριου και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Αν και το συγκεκριμένο μουσικό ιντερμέδιο, στο οποίο συμμετείχαν οι συμπρωταγωνιστές της στο «Λατέρνα Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955), Βασίλης Αυλωνίτης και Μίμης Φωτόπουλος, δεν ηχογραφήθηκε ποτέ, ήταν αρκετό για να δείξει ότι οι φωνητικές της χορδές παρήγαγαν έναν ήχο ιδιαίτερο αλλά μαγικό… 

«Όταν τραγουδά, η φωνή της αφηγείται την απογείωση της υποκριτικής στη σφαίρα του άδυτου και απόλυτου λυρισμού» γράφει χαρακτηριστικά ο κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος στον δίσκο που συγκέντρωσε τις περιορισμένες ηχογραφήσεις της. 

Αλησμόνητη είναι η ερμηνεία της στο «Μην τον Ρωτάς τον Ουρανό» των Μάνου Χατζιδάκι Γιάννη Ιωαννίδη στην ταινία «Το Νησί των Γενναίων» (1959). Ήταν η πρώτη απ’ τις αμέτρητες που γνώρισε σ’ όλον τον κόσμο αυτό το –θρυλικό πλέον– τραγούδι. Η αυθεντική, όμως, δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Και δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να αντιγραφεί. Το ηχόχρωμα της φωνής της Τζένης ήταν ακοπιάριστο. Μια ερωτική βραχνάδα σαν αλατοπίπερο στο αριστοκρατικό παρουσιαστικό της… 

Όλο μπρίο και νάζι, εκείνη ξανατραγούδησε Χατζιδάκι συνοδεύοντας «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» (1960), τον Ντίνο Ηλιόπουλο, στο εύθυμο ντουέτο τους «Χρυσόψαρο»

Στην πραγματικότητα, ήταν περισσότερο θεοδωρακική παρά χατζιδακική ερμηνεύτρια. Χάρμα ακοής στο «Η Μαργαρίτα, η Μαργαρώ» (όπου μας εξηγεί «Ποια είναι η Μαργαρίτα» της ομώνυμης ταινίας του 1963), καθώς και σε άλλα τραγούδια μουσικής του Μίκη, όπως το «Από το Παράθυρό σου» του Ιάκωβου Καμπανέλλη (όπου τη συνοδεύει ο Νίκος Κούρκουλος, συμπρωταγωνιστής της το 1963 στο θεατρικό έργο «Η Γειτονιά των Αγγέλων») και το «Κουράστηκα να σε Κρατώ» του Δημήτρη Χριστοδούλου (που γράφτηκε το 1965 για την ταινία γαλλικής παραγωγής «Μια Σφαίρα στην Καρδιά»). 

Κομβική ήταν και η μουσική της συνάντηση με τον Σταύρο Ξαρχάκο στα «Κόκκινα Φανάρια» (1963) και τη «Λόλα» (1964), τις ταινίες όπου υποδυόταν την τροτέζα της Τρούμπας, αλλά κι αργότερα, στην κινηματογραφική «Λυσιστράτη» (1972) και το εμβληματικό θεατρικό έργο «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» (1973). Σαν ηλιοβασίλεμα είναι καθώς ο κινηματογραφικός φακός πλησιάζει το πανέμορφο πρόσωπό της και η φωνή της ακούγεται μελαγχολική στο «Ούτε Ένα Ευχαριστώ» του Λευτέρη Παπαδόπουλου («Το τρίτο τραγούδι μου... Το είπε υπέροχα η Καρέζη...») και το «Δεν Έχει Αρχή» του Βαγγέλη Γκούφα

Στις ταινίες που τραγούδησε ανήκει και «Η Νύφη το ’Σκασε» (1962), όπου είπε το «Σαραβαλάκι μου» (με τον Πέτρο Κυριακό) και το «Μακριά σου Ένα Χρόνο», σε μουσική του Μίμη Πλέσσα και στίχους του σκηνοθέτη Αλέκου Σακελλάριου

Ακόμη, όμως, και σ’ αυτές που δεν είχε κανένα τραγούδι, η παρουσία της συνόδευε πολλές φορές τη μουσική με τρόπο που έμενε ανεξίτηλος στη μνήμη των θεατών. Ποιος μπορεί να ξεχάσει το χασάπικό της σε νότες του Κώστα Καπνίση στην ταινία «Τζένη, Τζένη» (1966); 

Κατά έναν μοιραίο τρόπο, συγκλονιστικότερο όλων έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα της: Το «Χάθηκα μέσα στη Ζωή μου», της Ελένης Καραΐνδρου και της Λούλας Αναγνωστάκη, που ερμήνευσε στον τελευταίο της ρόλο στο θεατρικό σανίδι, στο έργο «Διαμάντια και Μπλουζ» (1990-1991). «Γράφτηκε ειδικά για τη φωνή της Τζένης Καρέζη και δεν επιτρέπεται καμία άλλη επανεκτέλεση» γράφει η συνθέτρια στον δίσκο που κυκλοφόρησε αφότου η Τζένη “έφυγε”. Η φωνητική επένδυση της εκλιπούσας ήταν τέτοια που δικαιολογούσε πράγματι αυτήν την ιδιότυπη απαγόρευση… 

Αύγουστος, φώτα στην παραλία. 
Τα πλοία φεύγουν για τα νησιά. 
Φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία. 
Με γέλασες και είναι αργά. 

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας 
στην παραλία τη σκοτεινή. 
Χάθηκα μέσα στη ζωή μου. 
Χάθηκες μέσα στη βροχή.




ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΤΗΣ 
«Θεούλη μου! Έχει κάτι μάτια! Νομίζεις πως θα δεις εκεί μέσα τον βυθό της θάλασσας…»  

Στην Τζένη μπορούσες να θαυμάσεις πολλά. Πέραν από το αστείρευτο υποκριτικό ταλέντο, την εξωτερική ομορφιά, την ανεπιτήδευτη κομψότητα, την ακαταμάχητη γοητεία, τη φυσική χάρη, την αριστοκρατική φινέτσα, τα ζωγραφιστά χείλη, τη γαλλική μύτη, το πορσελάνινο πρόσωπο, το καλλίγραμμο σώμα κ.ο.κ. Υπεράνω θαυμασμού, όμως, ήταν τα μάτια της… 

Σίγουρα, ήταν τα ωραιότερα του ελληνικού κινηματογράφου. Ίσως και του παγκόσμιου, αν δεν είχαν να ανταγωνιστούν εκείνα της Ελίζαμπεθ Τέιλορ και της Βίβιαν Λι. Εξακολουθούν να εμπνέουν λογοτέχνες και ποιητές. Το 2010 κυκλοφόρησε το αφήγημα του Στέφανου Τζαννετάτου «Τα μάτια της Τζένης Καρέζη». 


Για τα μάτια της είπαν

«Με τα μάτια της νομιμοποιεί ως αλήθεια την ψευδαίσθηση της Τέχνης…» 
Κώστας Γεωργουσόπουλος 

«Στο υγρό γαλαζοπράσινο χρώμα των ματιών της πλανιόταν ένα φως ασυνήθιστο…» 
Ιάκωβος Καμπανέλλης 

«Μέσα στα μάτια της έβλεπες τα πάντα. Έβλεπες τον θυμό της, τη χαρά της, την αγάπη της, τη φουρτούνα της. Ας πούμε ότι ήταν δύο κομμάτια Αιγαίο…» 
Γιάννης Βόγλης 

«Είναι από τις γυναίκες που θα μπορούσα να αγαπήσω μέσα σε μια στιγμή. Έχει δυο μάτια καταπληκτικά!»
Αλέν Ντελόν

«Τα βλέπεις πιο μεγάλα όσο τα κοιτάζεις, πότε πιο γαλάζια, πότε πιο πράσινα…» 
Πέλη Κεφαλά 

«Λίγοι είναι όσοι δεν καταδύθηκαν στη ζαφειρένια απεραντοσύνη των ματιών της…»
Στέφανος Τζαννετάτος

«Ο Μεγάλος είχε κέφια την ώρα που την έφτιαχνε και της χάρισε αυτά τα υπέροχα μάτια που μπορεί να κολυμπάς μέσα τους για πάντα…» 
Κωνσταντίνος Καζάκος 

«Αστραφτερά –σαν από ακριβό κρύσταλλο– μάτια…» 
Κώστας Σπυριούνης 

«Μου μετέδιδε ηλεκτρισμό με το βλέμμα της…» 
Ντίνος Ηλιόπουλος 

«Ποτέ δεν ξεχνώ το βλέμμα της. Ένα μείγμα ηρεμίας και ανατροπής, που απλόχερα χάριζε αυτό το σμαραγδένιο φως στον συνομιλητή της ή επάνω στη σκηνή…» 
Γιάννης Κοντός 

«Ίσως θα πρέπει να ευγνωμονούμε τον κινηματογράφο που μας διατήρησε αυτό το βλέμμα…» 
Τίτος Πατρίκιος 

«Κάθε φορά που το βλέμμα της θα τύχει να συναντηθεί με το δικό μου μέσα από την οθόνη, νιώθω να με διατρέχει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ένα ηδονικό ρίγος...» 
Μάκης Δελαπόρτας 


Στιχουργοί έγραψαν σε τραγούδια: 

Όλη η θάλασσα να χύνεται απ' τα μάτια της Καρέζη. 

Στο Λευκό Πανί, η Μαρίνα Χατζηδάκη. 

Βάλε το βίντεο να παίζει, 
παρ’ το τηλέφωνο αγκαλιά. 
Κοίτα πώς έλαμπε η Καρέζη
μέσα απ’ τ’ ασπρόμαυρα φιλιά! 

Στο Βίντεο, η Λίνα Νικολακοπούλου.  

Ποια παίζει τώρα, ποια να παίξει τώρα; 
Πράσινα μάτια, βράχνα φωνής. 
Φεύγουν τα γράμματα, φεύγει η ώρα. 
Εδώ, Τζένη-Τζένη, ακούει κανείς; 
“Στον ουρανό, 
στο σύννεφο και στο φεγγάρι, 
το βλέμμα σου το φωτεινό 
κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει.” 

Στο Ποια παίζει τώρα, ο Σταμάτης Κραουνάκης. 


Ανυπόγραφο επιτύμβιο:

Τα μάτια αυτά τα σμαραγδένια

που φώτισαν την τέχνη αλλιώς
μοναδικά ηλεκτρισμένα 

παντοτινά θα δίνουν φως




ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΛΟ ΔΕΟΣ 
«Αναμφισβήτητα, ήταν καλύτερη ηθοποιός από μένα», Αλίκη Βουγιουκλάκη. 

Ένα αφιέρωμα για την Τζένη Καρέζη είναι αδύνατον να παραλείψει την αιώνια αντίπαλό της. Ανταγωνισμός ή ευγενής άμιλλα, είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί η παράλληλη παρουσία της Αλίκης Βουγιουκλάκη στη θεατρική σκηνή και τις κινηματογραφικές παραγωγές της Ελλάδος την ίδια ουσιαστική περίοδο, στο δεύτερο μισό του 20ου. Το κατά πόσο η φημολογούμενη αντιπαλότητα δημιουργήθηκε από τους θαυμαστές της ή καλλιεργήθηκε από τον Τύπο και τις εταιρείες για εμπορικούς λόγους μοιάζει να μην έχει πλέον τόση σημασία… 

Οι δύο αυτές γυναίκες αποτέλεσαν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος για το… “νομισματοκοπείο” χρυσών λιρών που έβγαλε ο θίασος των ηθοποιών αυτής της χώρας. Όσο περισσότερο μελετάει κάποιος τις καριέρες τους, τόσο περισσότερες ομοιότητες ή αναπληρώσεις βρίσκει. Στην πραγματικότητα, η Αλίκη και η Τζένη, η Τζένη και η Αλίκη, όταν δεν αλληλοσυμπληρώνονταν, ταυτίζονταν. Κι όταν δεν ταυτίζονταν, αλληλοσυμπληρώνονταν. 

Κατ’ αρχάς, είχαν παρόμοιο παρουσιαστικό. Σχεδόν ίδιο σωματότυπο αλλά αντίθετο χρώμα στα μαλλιά. Η Τζένη ταυτοποιήθηκε ως μελαχρινή, η Αλίκη ως ξανθιά. Το φυσικό τους, όμως, ήταν το ακριβώς αντίστροφο. Η Τζένη επέστρεψε στο ξανθό, μόνο στο θέατρο, δύο φορές όλες κι όλες, όταν πρωταγωνίστησε σε διασκευές του έργου «Γεννημένη Χτες» του Κάνιν: Το 1963 στο «Ένα Κουτό Κορίτσι» και το 1977 στην «Παναγιά των Δολαρίων». Η Αλίκη στο μελαχρινό, σαφώς περισσότερες. Σε κάθε περίπτωση, οι φωτογραφίες με την Τζένη ξανθιά και την Αλίκη μελαχρινή ξενίζουν τα αισθητήρια της όρασής μας, αφού έχουν περάσει στο υποσυνείδητό μας με τα αντίθετα χρώματα. Αν εστιάσουμε, τώρα, περισσότερο στο πρόσωπό τους, θα συμφωνήσουμε ότι το πιο δυνατό σημείο της Τζένης ήταν τα μάτια της. Της Αλίκης, το χαμόγελό της. 

Οι δύο ηθοποιοί έκαναν την παρθενική τους εμφάνιση στον κινηματογράφο με λιγότερο από δύο χρόνια διαφορά. Η Αλίκη τον Φεβρουάριο του 1954 με το «Ποντικάκι», η Τζένη τον Δεκέμβριο του 1955 με το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο». Και οι δύο είχαν συμπρωταγωνιστή τους τον Μίμη Φωτόπουλο

Παρ’ ολίγον να βρεθούν στην ίδια ταινία, τη «Θεία από το Σικάγο» (1957), αλλά η Αλίκη ήταν γεννημένη πρωταγωνίστρια και δεν μπορούσε με τίποτα να δεχτεί τον ρόλο μίας από τις ανιψιές της Γεωργίας Βασιλειάδου, που δέχθηκε η Τζένη. Επιπλέον, απαιτούσε –απολύτως δικαιολογημένα, βέβαια– από τους σκηνοθέτες το δυνατόν περισσότερα γκρο πλαν, κάτι που αναπόφευκτα ήταν αιτία προστριβών. Αντιθέτως, «η Τζένη αδιαφορούσε λίγο για τον τρόπο που την κινηματογράφιζες. Αφηνόταν τελείως», όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Δαλιανίδης

Γύρισαν μόνο μία ταινία με τον Νίκο Φώσκολο: Το «Αγάπη και Αίμα» (1968) η Τζένη, την «Υπολοχαγό Νατάσσα» (1970) η Αλίκη. Κι έπαιξαν επίσης σε άλλη μία που υπέγραφε μόνο το σενάριο (όχι τη σκηνοθεσία): Στο «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967) η Τζένη, στην «Κατάσκοπο Νέλλη» (1981) η Αλίκη. 

Παρομοίως, γύρισαν τρεις ταινίες με τον Γιάννη Δαλιανίδη: Το «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος», τη «Χριστίνα» (1960) και το «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» (1968), η Τζένη. Τη «Μουσίτσα» (1959), την «Ψεύτρα» (1963) και τη «Μαρία της Σιωπής» (1973), η Αλίκη. Και ο Δαλιανίδης, άλλωστε, είχε περάσει από το σενάριο στη σκηνοθεσία λόγω του δικού τους ανταγωνισμού. Όπως αφηγείτο ο ίδιος, η Αλίκη τού είχε ζητήσει να τη σκηνοθετήσει στη «Μουσίτσα» (το σενάριο τής οποίας τής είχε περιγράψει παλαιότερα), μετά την επιτυχία που είχε η Τζένη με το «Τρελοκόριτσό» του, που είχε γίνει ταινία από τον Ντίμη Δαδήρα τον προηγούμενο χρόνο με εκείνον στον ρόλο του βοηθού σκηνοθέτη. 

Οι διαφορές ήταν οριακές και στους άλλους μεγάλους σκηνοθέτες. Η Τζένη πρωταγωνίστησε σε επτά ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου, η Αλίκη σε εννιά. Η Τζένη έπαιξε σε πέντε ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου, η Αλίκη σε επτά. Σε δύο περισσότερες και των δύο, δηλαδή, η Αλίκη. 

Η Τζένη δεν γύρισε ποτέ ταινία με τον Νίκο Τσιφόρο, η Αλίκη μόνο μία, την πρώτη της, το «Ποντικάκι» (1954). Αμφότερες, όμως, πρωταγωνίστησαν σε κινηματογραφικές μεταφορές θεατρικών έργων που είχε γράψει εκείνος σε συνεργασία με τον Πολύβιο Βασιλειάδη: Στο «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» (1960) και την «Τρελή Οικογένεια» (1965) η Τζένη, στο «Αχ! Αυτή η Γυναίκα μου» (1967) η Αλίκη. Η Τζένη συμμετείχε επίσης και στην ταινία-ντοκιμαντέρ «Η Αθήνα τη Νύχτα» (1962), που ο Τσιφόρος υπέγραφε το σενάριο.

Ακόμα και στους αμιγώς σεναριογράφους μπορεί να βρει κάποιος αλληλοσυμπληρώσεις μεταξύ Τζένης και Αλίκης: Ο Ηλίας Λυμπερόπουλος, πριν από τη «Λόλα» (1964) της Τζένης, συνέβαλε στο σενάριο των ταινιών «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» (1955) και «Χαρούμενοι Αλήτες» (1958) της Αλίκης. Ο Βαγγέλης Γκούφας, μετά τα «Η Λίζα και η Άλλη» (1961) και «Ταξίδι» (1962) της Αλίκης, έγραψε το «Ένας Μεγάλος Έρωτας» (1964) για την Τζένη. 

Η πιο μοιραία δημοσιογραφική ανακάλυψη; Η Λούλα Αναγνωστάκη ήταν πίσω από το σενάριο του σκετς «Το Ραντεβού της Κυριακής», στο οποίο πρωταγωνιστούσε η Αλίκη στις «Ερωτικές Ιστορίες» (1959). Η ίδια θεατρική συγγραφέας που θα υπέγραφε το κύκνειο άσμα της Τζένης, τα «Διαμάντια και Μπλουζ», τριάντα χρόνια αργότερα…

Υπήρξαν και κινηματογραφικοί ρόλοι που προορίζονταν για τη μία κι έτυχε να καταλήξουν στην άλλη: Το «Τρελοκόριτσο» του Δαδήρα από την Αλίκη στην Τζένη και το «Δόλωμα» του Σακελλάριου από την Τζένη στην Αλίκη.

Εν ολίγοις, οι δύο τους ήταν κάτι σαν μπαλαντέρ για τους σημαντικότερους έλληνες συγγραφείς και σκηνοθέτες. Με εξαίρεση το συγγραφικό δίδυμο Ασημάκης ΓιαλαμάςΚώστας Πρετεντέρης, που δεν έγραψε ποτέ για την Αλίκη, αν εξαιρέσουμε τους στίχους του Κώστα Πρετεντέρη στα τραγούδια της «Ψεύτρας» (1963). 

Μετά το ερωτικό σκίρτημα στο «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967), η Τζένη είχε ως βασικό συμπρωταγωνιστή της τον Κώστα Καζάκο. Η Αλίκη, ξεκινώντας από την «Αστέρω» (1959), τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Αμφότερες, τον άντρα που παντρεύτηκαν και στην πραγματική τους ζωή. Η Τζένη ήταν μία φορά κινηματογραφικό ζευγάρι με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στα «Κόκκινα Φανάρια» (1963). Η Αλίκη δεν έπαιξε ποτέ με τον Καζάκο.

Η Τζένη, πριν απ’ τον Καζάκο, τις περισσότερες φορές είχε παρτενέρ τον Αλέκο Αλεξανδράκη ή τον Ανδρέα Μπάρκουλη – τους ίδιους που είχε συνήθως και η Αλίκη όταν δεν έπαιζε με τον Παπαμιχαήλ.

Σε ισάριθμες ταινίες είχαν για μπαμπά τους τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο. Στο «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» (1960), το «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964) και την «Τρελή Οικογένεια» (1965), η Τζένη. Στην «Ψεύτρα» (1963), την «Αρχόντισσα» (1968) και την «Νεράιδα» (1969), η Αλίκη.

Δεν έτυχε ποτέ να παίξουν με τη Ρένα Βλαχοπούλου στον κινηματογράφο, αν και η Τζένη παραλίγο να ήταν δική της κόρη στην «Τρελή Οικογένεια» (σ.σ.: η Βλαχοπούλου αρνήθηκε τον ρόλο της μαμάς, που υποδύθηκε μοναδικά η Αρώνη).

Στη μυθολογία του ελληνικού σινεμά πέρασε η σχέση τους με τη Finos Films, τη σημαντικότερη εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών. Όταν η Τζένη έφευγε απ’ αυτήν, η Αλίκη ερχόταν – και αντιστρόφως. Η Τζένη εισήλθε το 1955 με την πρώτη της ταινία, το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», και αποχώρησε το 1957 με τη «Θεία από το Σικάγο». Το 1958 εισήλθε η Αλίκη με την «Αστέρω» για να απέλθει το 1964 με το «Δόλωμα». Την ίδια χρονιά που επέστρεφε η Τζένη με τη «Λόλα». Η οποία θα έφευγε το 1968 με το «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα». Για να επιστρέψει η Αλίκη ως «Αρχόντισσα». 

Στο ενεργητικό τους είχαν και μία αποτυχημένη απόπειρα για διεθνή αναγνώριση με ξενόγλωσση ταινία: Η Αλίκη με το «Aliki, my Love» (1963), η Τζένη με το «Μια Σφαίρα στην Καρδιά» (1965).

Με την ελληνική τηλεόραση πειραματίστηκαν τρεις φορές, μάλλον ατυχώς. Η Τζένη πρωταγωνιστώντας στις σειρές «Μαρίνα Αυγέρη» (1973), «Μεγάλη Περιπέτεια» (1976) και «Μαύρη Χρυσαλλίδα» (1990). Η Αλίκη πρωταγωνιστώντας στις σειρές «Βασίλισσα Αμαλία» (1975), «Η Θεατρίνα» (1977) και «Και Εύθυμη, και Χήρα» (1991). Επιπρόσθετη ομοιότητα: Οι δύο πρώτες τους ήταν τη δεκαετία του 1970, η τρίτη τους τη δεκαετία του 1990. 

Η Αλίκη και η Τζένη ήταν μαζί ήδη από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Καθεμία είχε ερωτικό δεσμό εκεί με έναν δάσκαλό της. Η Τζένη με τον Άγγελο Τερζάκη, η Αλίκη με τον Αλέξη Σολωμό. Η Τζένη δέχθηκε να αλλάξει το όνομά της (από «Καρπούζη» σε «Καρέζη»). Η Αλίκη αρνήθηκε και έμεινε στο «Βουγιουκλάκη». 

Την πρώτη επίσημη εμφάνισή τους στο θεατρικό σανίδι την έκαναν με δώδεκα μόλις μήνες διαφορά. Η Αλίκη τον Οκτώβριο του 1953 στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο έργο «Κατά Φαντασίαν Ασθενής» του Μολιέρου. Η Τζένη τον Οκτώβριο του 1954 στο Θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ), στο έργο «Η Ωραία Ελένη» των Ρουσέν-Γκρέι.

Στους πρώτους θεατρικούς τους ρόλους, η καθεμία συνεργάστηκε με μία μεγάλη κυρία της υποκριτικής τέχνης. Η Τζένη με την Κατίνα Παξινού («Το Σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα», «Άμλετ», «Έγκλημα στο Νησί των Κατσικιών»). Η Αλίκη με την κυρία Κατερίνα («Η Θεατρίνα», «Το Κοντσέρτο», «Ο Άγονος Κήπος», «Το Δίχτυ της Αράχνης»). 

Όντας φοιτήτρια, η Αλίκη έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο την περίοδο 1953-1954 σε δύο έργα («Κατά Φαντασίαν Ασθενής» και «Φουσκοθαλασσιές»). Όντας απόφοιτη, η Τζένη, την περίοδο 1955-1959, δηλαδή αμέσως μετά την Αλίκη, σε πολύ περισσότερα («Δοκιμασία», «Άμλετ», «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας», «Το Ζωντανό Πτώμα», «Εκκλησιάζουσες», «Ανθή», «Κλυταιμνήστρα», «Βασιλιάς Ληρ», «Η Κυρά της Αυγής», «Λυσιστράτη», «Το Ζαμπελάκι», «Θεσμοφοριάζουσες», «Νύχτα στη Μεσόγειο», «Έγκλημα στο Νησί των Κατσικιών»). 

Πέρασαν και οι δύο από το διάσημο θέατρο της πλατείας Καρύτση ως συμπρωταγωνίστριες του Κώστα Μουσούρη. Πρώτα η Αλίκη την περίοδο 1958-1961 («Ωραία μου Κυρία», «Τόπο στα Νιάτα», «Ο Πρίγκηψ και η Χορεύτρια», «Φτωχό Σαν Σπουργιτάκι») κι αμέσως μετά η Τζένη («Φανή», «Εκείνη τη Νύχτα»). 

Αμφότερες είχαν ως μέντορά τους έναν πνευματικό άνθρωπο: Η Τζένη τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, η Αλίκη τον Μάριο Πλωρίτη. Κατά τη διάρκεια της καριέρας τους, η Τζένη τραγούδησε περισσότερο Μίκη Θεοδωράκη, η Αλίκη περισσότερο Μάνο Χατζιδάκι

Είχαν και οι δύο αποτυχίες στην πρώτη τους θιασαρχική προσπάθεια, που έλαβε χώρα στο ίδιο θέατρο, το θέατρο Κοτοπούλη (Ρεξ). Η Αλίκη με το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Σω το 1962 και η Τζένη με τη «Γειτονιά των Αγγέλων» του Καμπανέλλη την αμέσως επόμενη χρονιά. 

Υποδύθηκαν και οι δύο την «Κατερίνα Λεφέβρ» στο έργο «Η Κυρία Δεν Με Μέλλει» του Σαρντού. Η Τζένη δύο φορές (το 1970 και το 1976), η Αλίκη μία (το 1991). 

Έπαιξαν πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο θεατρικά έργα του Γιώργου Ρούσσου. Η Τζένη ως «Θεοδώρα η Μεγάλη» (1968) και «Πάπισσα Ιωάννα» (1977). Η Αλίκη ως «Βασίλισσα Αμαλία» (1971) και «Μαντώ Μαυρογένους» (1974). 

Η Τζένη ενσάρκωσε πρώτη την ηρωική Μαντώ Μαυρογένους, στον κινηματογράφο (το 1971). Όπως ακριβώς και τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη (το 1972), που έπαιξε αργότερα στην Επίδαυρο και η Αλίκη (το 1986).

Η Τζένη εμφανίστηκε τρεις φορές σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επίδαυρο: Ως «Μήδεια» (1985), «Ηλέκτρα» (1987) και «Ιοκάστη» (1989). Η Αλίκη, δύο: Ως «Λυσιστράτη» (1986) και «Αντιγόνη» (1990). 

Αμφότερες σκηνοθετήθηκαν δύο φορές –τη δεύτερη στην Επίδαυρο– από τον Μίνωα Βολονάκη. Πρώτα η Τζένη, στην «Έντα Γκάμπλερ» (1984) και τη «Μήδεια (1985). Και μετά η Αλίκη, στη «Σίρλεϊ Βαλεντάιν» (1989) και την «Αντιγόνη» (1990).

Από τη σκηνοθεσία της μίας στη σκηνοθεσία της άλλης πέρασαν κι άλλοι θεατρικοί σκηνοθέτες: Ο Μιχάλης Μπούχλης, από την Αλίκη το 1963 («Μια Κυριακή στη Νέα Υόρκη») στην Τζένη έως το 1967 («Ένα Κουτό Κορίτσι, «Μαίρη, Μαίρη», «Βίβα Ασπασία», Το Κορίτσι της Καμπίνας 15», «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα», «Ζητήστε τη Βίκυ») και ξανά στην Αλίκη το 1975 («Καμπίρια»). Όπως και ο Κώστας Μπάκας, από την Αλίκη το 1976 («Το Νυφικό Κρεβάτι») στην Τζένη λίγους μήνες αργότερα («Η Παναγιά των Δολαρίων»).

Αν και η Τζένη, μετά τον γάμο της με τον Κώστα Καζάκο (το 1968), εμπιστεύτηκε τον σύζυγό της για τη θεατρική της σκηνοθεσία στα περισσότερα έργα. Όπως ακριβώς είχε κάνει και η Αλίκη, επί σχεδόν μία δεκαετία, από τον γάμο της με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ (το 1965).

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας πρωταγωνίστησαν και οι δύο σ’ ένα σαφώς αντιδικτατορικό έργο. Η Τζένη στο θεατρικό «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» (1973), η Αλίκη στην ταινία «Η Αλίκη Δικτάτωρ» (1972). Αναμφίβολα, όμως, η Τζένη ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένη ως καλλιτέχνις. Και σαφώς προς τα αριστερά.

Εμπορικά
, η Αλίκη κέρδισε πολλές φορές την πρωτιά στα εισιτήρια μεταξύ των ταινιών της σεζόν. Η Τζένη, αν και έξι ταινίες της ξεπέρασαν τα 400 χιλιάδες, δεν τα κατάφερε ποτέ (αν εξαιρέσουμε τη «Θεία από το Σικάγο» (1957), στην οποία συμμετείχε χωρίς να είναι η πρωταγωνίστρια). Οι εκτιμήσεις για το ταμείο του θεάτρου ήταν οι αντίστροφες και μιλούσαν για νίκη της Τζένης. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αποδείχτηκε ότι η Αλίκη ήταν μεγαλύτερη κινηματογραφική σταρ, ενώ η Τζένη περισσότερο ταγμένη στο θεατρικό σανίδι.

Ο θεατρικός παραγωγός Γιώργος Λεμπέσης είχε την ιδέα να τις παντρέψει στη σκηνή στο έργο «Μαρία Στιούαρτ» του Φρίντριχ Σίλερ. «Στα ονόματα που θα μπουν στη μαρκίζα, η Τζένη προηγείται και δεν το συζητώ» τού είχε πει η Αλίκη. Ο θάνατος της Τζένης τούς πρόλαβε… 

Στην προσωπική τους ζωή είχαν επίσης πάρα πολλά κοινά σημεία. Γεννήθηκαν στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930. Έκαναν και οι δύο από δύο γάμους: η Τζένη με τον Ζάχο Χατζηφωτίου και τον Κώστα Καζάκο, η Αλίκη με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ και τον Γιώργο Ηλιάδη. Ο ένας εκ των δύο συζύγων, συμπρωταγωνιστής τους, από τον οποίον απέκτησαν αμφότερες μόνο έναν γιο, με λίγες μέρες διαφορά: η Τζένη τον Κωνσταντίνο Καζάκο, η Αλίκη τον Γιάννη Παπαμιχαήλ. Έφυγαν τον ίδιο μήνα (Ιούλιο), από την ίδια αρρώστια (καρκίνο). Ακόμα και μετά θάνατον, τα καμαρίνια τους στο Θεατρικό Μουσείο εγκαινιάστηκαν την ίδια μέρα και εξακολουθούν να βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο. Σε μικρότερη απόσταση από τους τάφους τους στο Πρώτο Νεκροταφείο, που απέχουν όμως κι αυτοί λίγα μέτρα μεταξύ τους… 

Την ημέρα της κηδείας της Τζένης, η Αλίκη είχε εκμυστηρευτεί: «Χαμογελούσε η Τζένη. Σε μένα χαμογελούσε. Και μου είπε με τον τρόπο της ότι θα με πάρει. Είμαι σίγουρη. Εμείς οι δυο είμαστε μ’ έναν τρόπο μαζί». Η διαίσθησή της βγήκε αληθινή.…




ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ 
«Η μνήμη της αμάραντο μοσχοβολάει λουλούδι…»  

«Με φοβίζει η ιδέα ότι κάποτε ίσως γεράσω τόσο, ώστε να μην μπορώ να παίξω στο θέατρο» είχε δηλώσει τα χρόνια που θριάμβευε στο σανίδι. Ο φόβος της δεν θα γίνει ποτέ πραγματικότητα. Μέχρι και δεκαέξι μήνες πριν από τον θάνατό της, στέκεται όρθια σ’ αυτό μαγεύοντας τους θεατές. 

Τα συμπτώματα της ασθένειας εμφανίζονται στον «Βυσσινόκηπο» τη χειμερινή περίοδο 1988-1989. Παρά τη μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, υποχρεώνεται να διακόψει τις παραστάσεις πριν από την ολοκλήρωσή τους. Ταξιδεύει με την οικογένειά της στο Λονδίνο, όπου εγχειρίζεται. Αν και οι γιατροί τής λένε να ξεκουραστεί, επιστρέφοντας παίζει την «Ιοκάστη» στην Επίδαυρο, στο πλευρό του «Οιδίποδα» συζύγου της. 

Τη χειμερινή περίοδο 1990-1991 ανεβάζει τα «Διαμάντια και Μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη στο θέατρό της. Ο ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης θα γράψει αργότερα: «Μου έδωσε την εντύπωση σ’ εκείνη την παράσταση ότι το κορμί της διέσχιζε από την κορφή ως τα νύχια μια ισχυρή τάση ρεύματος και οι μπλε σπινθήρες ξεπετάγονταν από τα μάτια της. Και είμαι σίγουρος πως από εκεί τελικά, μέσα από αυτά τα μάτια, απέδρασε ελεύθερη και η ψυχή της». Στις 31 Μαρτίου 1991 θα δώσει την τελευταία παράσταση της ζωής της. 

Στις 5 Μαΐου 1992, τρεις μήνες περίπου πριν φύγει από τη ζωή, στέλνει μια συγκλονιστική επιστολή στον Τύπο, που κλείνει ως εξής: «Θέλω να ζω με τους δικούς μου. Θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Ν' αγαπώ και να με αγαπούν. Δεν χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν. Δεν θέλω να χαθούν. Και πάντα θα ελπίζω...» 

Στη γιατρό της, Κυριακή Μυστακίδου, εξομολογείται: «Να σταθώ στα πόδια μου θέλω. Να μπορώ να ξαναπαίξω. Έχω να δώσω αρκετά στο θέατρο. Όλο αυτό το διάστημα διαβάζω… Ετοιμάζω… Ονειρεύομαι να δώσω στο κοινό μου εκπληκτικά πράγματα. Τώρα ξέρω καλύτερα από ποτέ… Έχω επιλέξει τα καλύτερα έργα. Είμαι σίγουρη ότι θα τους ταξιδέψω… Θα τους ταρακουνήσω… Θα τους συγκινήσω…» 

Περνά τις τελευταίες δύσκολες ώρες στο σπίτι της, ανάμεσα στα αγαπημένα της πρόσωπα. Εκεί, τρία λεπτά πριν σημάνουν μεσάνυχτα, την 26η προς την 27η Ιουλίου του 1992, θα κλείσουν για πάντα τα πιο όμορφα μάτια του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου… 

Η «Μίκα», σαν να ήθελε να ακολουθήσει την κινηματογραφική της μητέρα στην «Τρελή Οικογένεια» του Παραδείσου, θα “φύγει” μόλις δέκα μέρες μετά την «Πάστα Φλώρα»… 

Πάνω στο φέρετρό της, ένα και μοναδικό στεφάνι, της πιστής της αμπιγιέζ, με τους στίχους της θεατρικής συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη που είχε ερμηνεύσει συγκλονιστικά στον τελευταίο της θεατρικό ρόλο. Η προθήκη που χώριζε τη σωρό της από το πλήθος κόσμου που είχε έρθει στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης να την αποχαιρετίσει, γυάλινη. Για να βλέπει τον κόσμο γυάλινο, σαν τον τίτλο του τελευταίου της θεατρικού ονείρου. Ντυμένη στα λευκά, πάνω σε λευκά τριαντάφυλλα, πριν απ' το αιώνιο ταξίδι. «Ήρεμη, γαλήνια, μα τόσο όμορφη…» (Ζάχος Χατζηφωτίου). «Αντίο, Τζένη!», «Τζένη, ζεις!» φώναζαν οι θαυμαστές της κατά τη διάρκεια της ταφής της. 

Μια πράσινη βραχώδης στήλη, με σμιλεμένο στην κορυφή το όνομά της, θα έκανε την τελευταία της κατοικία να ξεχωρίζει στο Πρώτο Νεκροταφείο. Με την ίδια κομψότητα που εκείνη ξεχώριζε στη ζωή… 

Η ψυχή της θα εμφανιζόταν λίγες μέρες μετά τον θάνατό της ως σπουργιτάκι στο εξοχικό της οικογένειας της στο Λαγονήσι, σύμφωνα με μαρτυρία των Κώστα και Κωνσταντίνου Καζάκου. Λίγες μέρες πριν “φτερουγίσει”, είχε προλάβει να δει τον μονάκριβο γιο της να δίνει με επιτυχία εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. 

«Αυτό το φωτεινό μωράκι, αυτή η γεμάτη ζωή γυναίκα, η ταλαντούχα γυναίκα δεν είναι πια μαζί μας. Την αγάπησα πολύ» θα δήλωνε η Μελίνα, δίπλα στην οποία είχε πάρει το βάπτισμα του πυρός στο θεατρικό σανίδι το 1954. Είκοσι μήνες αργότερα, η «Ωραία Ελένη» των Ρουσέν-Γκρέι θα ακολουθούσε την «κόρη» της, «Ερμιόνη», στην αιωνιότητα… 

«Μετέδωσε και δίδαξε απλά και πολύτιμα στοιχεία της Τέχνης της μέσα από την ευγενική της προσωπικότητα. Μας έμαθε, με λίγα λόγια, τη χαρά, τη ζωντάνια, την ομορφιά» ανέφερε ο κριτικός κινηματογράφου Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος στο τηλεοπτικό ρεπορτάζ – κατευόδιο. 

Σήμερα, η Τζένη παραμένει με τον τρόπο της στον κόσμο αυτό. Το Ίδρυμά της στηρίζει οικονομικά την ομώνυμη Μονάδα Ανακουφιστικής Αγωγής του Α΄ Εργαστηρίου Ακτινολογίας της Ιατρικής Σχολής Αθηνών, εκπληρώνοντας έτσι και την τελευταία μεγάλη επιθυμία της, για την ανακούφιση ασθενών που πάσχουν από την ίδια ασθένεια που ταλαιπώρησε κι εκείνη. 

Το χειμερινό θέατρο της οδού Ακαδημίας 3, το αποκαλούμενο πλέον «Τζένη Καρέζη», συνεχίζει να φιλοξενεί παραστάσεις υψηλού επιπέδου. Ένας θερινός κινηματογράφος με το ίδιο όνομα προβάλλει ταινίες στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης. Στον υπαίθριο χώρο του εξοχικού της στην Τσαγκαράδα του Πηλίου λειτουργεί εδώ και λίγους μήνες το πέτρινο αμφιθέατρο «Τζένη». Το σπίτι που έζησε στα Ιλίσια εξακολουθεί να κατοικείται από τον μοναχογιό της. 

Η προσωπογραφία της από τον Γιάννη Τσαρούχη κοσμεί τον δεύτερο όροφο της Βουλής. Ο γνωστός πίνακας του Δημήτρη Μυταρά που την απεικονίζει ως «Πάπισσα Ιωάννα» διασώζεται στο Ίδρυμά της. Ένα κέρινο ομοίωμά της φιλοξενείται μεταξύ άλλων στο μουσείο του Θεόδωρου Κοκκινίδη. «Το ωραιότερο πρόσωπο που έχει γεννήσει ποτέ το θέατρο» (Σταμάτης Φασουλήςεξακολουθεί να εμπνέει ζωγράφους να πιάσουν το πινέλο. Μεταξύ των γνωστότερων που φιλοτέχνησαν το πορτραίτο της, ο Νίκος Ζαχόπουλος και, σε σειρά γραμματοσήμων για τους έλληνες ηθοποιούς, ο Κώστας Σπυριούνης.

Οι ταινίες που πρωταγωνίστησε προβάλλονται ασταμάτητα από τους τηλεοπτικούς δέκτες προσφέροντάς μας ψυχαγωγία και συγκίνηση. Κανείς μας δεν ξέρει πόσες φορές έχει δει το υπέροχο «Τζένη, Τζένη» (1966), γιατί όσες κι αν το δει, πάντα του φαίνεται σαν να 'ναι η πρώτη φορά.

Βιβλία συνεχίζουν να εκδίδονται για να μας θυμίζουν «το φεγγοβόλημα της ύπαρξής» της, «τα αστροφώτιστα μάτια» της (Κώστας Καζάκος). Τα «Τετράδια Ζωής» της, όπως και οι περιζήτητες συνεντεύξεις της στον Τύπο της εποχής, εκχύνουν γάργαρα τα αποστάγματα του πνευματικού της κόσμου. 

«Είναι παρούσα κάθε μέρα, κάθε λεπτό, γιατί είναι αβάσταχτη η απουσία της. Είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσεις να ζεις χωρίς αυτήν, κρατώντας το μέτρο και την ποιότητα που χάριζε στη ζωή σου» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γρηγόρης Βαλτινός, συμπρωταγωνιστής της στο θεατρικό της θρίαμβο «Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» (1982). 

Πώς να απαντήσει κάποιος λακωνικά τι ήταν η Τζένη Καρέζη; «Ήταν ένα πυρακτωμένο πλάσμα. Ένας άνθρωπος ο οποίος ακτινοβολούσε από αγωνία και πάθος και πόθο δημιουργίας. Έκανε αυτό το πέρασμά της από τη ζωή σαν ένα μετέωρο που μας αφήνει αυτήν την παρακαταθήκη. Ότι πρέπει να πιστεύουμε στη λογική του θαύματος, αν θέλουμε να γίνονται θαύματα» γνωμάτευσε ο τελευταίος άνθρωπος που τη σκηνοθέτησε στην επίγεια ζωή






Έγραψαν για το “ταξίδι” της Τζένης

Εκείνη τη ζεστή μέρα του Ιουλίου έκλεισε η πόρτα του ονείρου για μας. Όταν πέφτει η νύχτα, κοιτάζω προς το μέρος της και ψιθυρίζω: Καληνύχτα, ευγενική μου πριγκίπισσα, καληνύχτα… 

Γιάννης Κοντός 

Έτσι που ξαφνικά απαρνήθηκες την ομορφιά σου 
και παραδόθηκες στην αγκαλιά των ανέμων! 
Τώρα παρασέρνεσαι από τα ρεύματα της υγρασίας! 
Τώρα πλανιέσαι μέσα στη λαμπρή ατμόσφαιρα του πλανήτη Γη! 
Πλανιέσαι μέσα στα υπόγεια υποστρώματα. 
Αφέθηκες πια στων Πρωτονίων το αέναο στροβίλισμα, 
στις ακατονόμαστες ταχύτητες των πυρήνων! 

Κώστας Καζάκος 

Είδα την «Οφηλία» και την «Αδέλα» και την κυρά του «Βυσσινόκηπου» κάτω από το κρύσταλλο, μέσα στα λουλούδια, και σκέφτηκα πως τώρα μπορεί να πάει πια όπου θέλει. Θα φέρει τον σπαραγμό και τη φωνή της να ευεργετήσουν τους άλλους τόπους. Ήταν μια ελευθερία που τη λαχταρούσε και θα τη χαρεί στον αδέσμευτο αέρα των ουρανών, που ευλογήθηκε να τον κουβαλάει όλα αυτά τα χρόνια στα μάτια της… 

Άγγελος Αντωνόπουλος 

Θα περιφέρεται τώρα πια στη Γειτονιά των Αγγέλων, άστρο και λάμπει, το ομορφότερο απ’ όλα. Κάποιες βραδιές με αστροφεγγιά, σηκώνω τα μάτια και το κοιτάζω. Τζένη, της λέω, Αγαπημένη μου, απόψε αυτό το δάκρυ είναι για σένα. Αυτή χαμογελάει και φεύγει… 

Μάκης Πανώριος



Τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο «ΒΗΜΑgazino», το ένθετο περιοδικό της εφημερίδας «Το Βήμα της Κυριακής», στις 23 Ιουλίου 2017:
http://www.tovima.gr/vimagazino/views/article/?aid=893825








Η ενότητα «Αντίπαλο Δέος», με τον τίτλο «Αλίκη-Τζένη: Βίοι Παράλληλοι», δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Monopoli.gr στις 26 Ιουλίου 2017:


Υποσημειώσεις:

1. Η Τζένη μαθήτευσε στη Σχολή Καλογραίων «Καλαμαρί» στην Αγία Τριάδα Θεσσαλονίκης.

2. Για την αλλαγή του ονόματός της, η Τζένη γράφει:
«Μια μέρα, η καλόγρια που τους έκανε Γαλλική Φιλολογία τής έδωσε να διαβάσει κάποιο ποίημα. Η Ευγενούλα το διάβασε, η soeur –έτσι τις λέγαμε, soeur– ενθουσιάστηκε:
“Πώς σε λένε;”
“Ευγενούλα”.
“Ευγενούλα” λέει εκείνη με δυσκολία. “Τι είν’ αυτό;”
“Ευγενία, δηλαδή” λέει το παιδί.
“Α! Ευγενία… Eugenie δηλαδή…” λέει η soeur. “Εμείς λοιπόν εδώ θα σε λέμε Genny. Είναι το χαϊδευτικό του Eugenie. Genny. Τζένη, δηλαδή!”. Πέταξε η Ευγενούλα. Πέταξε από τη χαρά της. Δεν της πολυάρεσε το όνομά της. Της θύμιζε και τη γιαγιά της από τον πατέρα της. Τώρα της το αλλάζανε λοιπόν. Της το αλλάζανε στο σχολειό της. Τη λέγανε Τζένη τώρα! Έτσι θα τη φωνάζανε από εδώ και μπρος. Φαντάζεσαι; Πήρε το όνομα και έτρεχε. Ε, βέβαια!… Τζένη. Αυτό ήτανε το όνομά της. Και άσε τον πατέρα της να τη φωνάζει Ευγενία. Και με το άλλο της όνομα είχε πρόβλημα. Τη λέγανε Καρπούζη. Ωραίο όνομα, βέβαια, και ζουμερό, αλλά παρέπεμπε σε άλλη εικόνα. “Καρπούζη” φώναζαν στην τάξη και σηκωνότανε. Και ήτανε τόσο αδύναμη, τόσο θεόχλωμη, τόσο έτοιμη να πέσει, που η αντίθεση ανάμεσα στο όνομα και σε εκείνη “έβγαζε” κάποια χαμόγελα. Τα έβλεπε, τα έπιανε και αυτό την ενοχλούσε. Άσε που μια καθηγήτρια το είπε και καθαρά. Μόλις άκουσε το όνομά της, έβαλε τα γέλια: “Καρπούζη!… Εσύ, βρε κοριτσάκι μου;”. Ν’ άνοιγε η γη να την κατάπινε. Αλλά αυτό το όνομα δεν μπορούσανε, βέβαια, να της το αλλάξουνε. Αργότερα θα το άλλαζε μονάχη της. Και θα αποκτούσε το όνομά της. Το δικό της όνομα. Το αγαπημένο και ακριβό της. Και θα τη βοήθαγε να το βρει ένας από τους πιο μεγάλους συγγραφείς μας, ένας από τους πιο ωραίους ανθρώπους που υπήρξανε στο θέατρο και στα γράμματα, ένας καταπληκτικός δάσκαλος. Ο Άγγελος Τερζάκης»
.

3. Η Τζένη έπαιξε σε δέκα θεατρικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη: «Η Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας» (1956), «Ένα Κουτό Κορίτσι» (1963), «Η Γειτονιά των Αγγέλων» (1963), «Βίβα Ασπασία» (1966), «Ασπασία» (1971), «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» (1973), «Ένα Κάποιο Παραμύθι, το Κουκί και το Ρεβίθι» (1974), «Το Μεγάλο μας Τσίρκο Νο 2» (1974), «Εχθρός Λαός» (1975) και «Η Παναγιά των Δολαρίων» (1977). (Σ.σ.: Το «Ένα Κουτό Κορίτσι» και η «Παναγιά των Δολαρίων» ήταν διασκευές του θεατρικού έργου «Γεννημένη Χθες» του Γκάρσον Κάνιν.) Πρωταγωνίστησε επίσης στην ταινία «Η Χιονάτη και τα 7 Γεροντοπαλίκαρα», σεναρίου και σκηνοθεσίας του Καμπανέλλη. Ο Καμπανέλλης, τέλος, είχε διασκευάσει το σενάριο του Νίκου Τσεκούρα στην ταινία «Η Λίμνη των Πόθων» (1958) και του Γιώργου Ολύμπιου στην ταινία «Ραντεβού στην Κέρκυρα» (1960).

4. Η Τζένη πρωταγωνίστησε σε δύο θεατρικά έργα του Γιώργου Ρούσσου: «Θεοδώρα η Μεγάλη» (1968) και «Η Πάπισσα Ιωάννα» (1977). Η «Πάπισσα Ιωάννα» ήταν διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Εμμανουήλ Ροΐδη.

5. Η Τζένη έπαιξε σε τέσσερα θεατρικά έργα των Ασημάκη ΓιαλαμάΚώστα Πρετεντέρη: «Δεσποινίς Διευθυντής» (1963), «Η Κυρία Εκυκλοφόρησε» (1965), «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» (1967) και «Το Παιχνίδι του Γάμου» (1968). Τα «Δεσποινίς Διευθυντής» και «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τον Ντίνο Δημόπουλο και τον Γιάννη Δαλιανίδη, αντίστοιχα.

6. Για την πρωταγωνίστρια του «Δεσποινίς Διευθυντής», ο Ασημάκης Γιαλαμάς είχε δηλώσει: «Είχαμε τη θαυμάσια εκείνη Καρέζη. Η οποία ήταν και σαν άνθρωπος εξαιρετικός, αλλά και σαν αρτίστα μεγάλη. Και της πήγαινε απολύτως [ο ρόλος]».

7. Η Τζένη έπαιξε σε τρία θεατρικά έργα των Νίκου ΤσιφόρουΠολύβιου Βασιλειάδη: «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» (1959), «Η Κυρία του Κυρίου» (1960) και «Ο Διευθυντής της Ιδιαιτέρας» (1968). Στην «Κυρία του Κυρίου» τον κινηματογραφικό ρόλο της Γκέλυς Μαυροπούλου είχε παίξει στο θέατρο λίγους μήνες πριν από την Τζένη η Μαίρη Αρώνη. Το «Κοροϊδάκι της Δεσποινίδας» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Γιάννη Δαλιανίδη. Η Τζένη πρωταγωνίστησε και στην ταινία «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» (1965), που ήταν κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου «Οι Γυναίκες Προτιμούν τους Σκληρούς» των Τσιφόρου-Βασιλειάδη

8. Το 1985, η Τζένη έπαιξε τη «Μήδεια» πρώτα στο Ηρώδειο και μετά στην Επίδαυρο. 

9. Για τη «Μήδεια», η Τζένη εξομολογείται: «Ο ρόλος που λάτρευα και θα τον λατρεύω σε όλη μου τη ζωή». Και για την Επίδαυρο αναφέρει: «Το όνειρο που είχα από παιδί. Το όνειρο που έχει κάθε παιδί που θέλει να ασχοληθεί με το θέατρο». Περιγράφει, μάλιστα, ως εξής την επίσκεψή της στο αρχαίο θέατρο για τον συγκεκριμένο ρόλο: «Τούτη τη φορά, ανηφορίζοντας προς το θέατρο, έγινε απευθείας σύνδεση με τα πρώτα-πρώτα νεανικά μου χρόνια. Όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας και ξαναείδα την Τζένη, μαθήτρια στη Δραματική Σχολή, να κάθεται σ’ ένα βραχάκι και να ρουφάει με μάτια άπληστα τα θαύματα του κόσμου που γίνονταν γύρω της. Να βλέπει τον δάσκαλό της, τον Δημήτρη Ροντήρη –πρόσωπο μυθικό– να διευθύνει πυρετικά την πρόβα. Να βλέπει τον Αλεξανδράκη ντυμένο Ιππόλυτο και να λιώνει. Να βλέπει τη Μελίνα πανέμορφη –ίδια αιλουροειδές– με ένα φουστάνι μπλε, που είχε μπροστά κάτι σαν ποδιά, να αγκαλιάζει τον Ροντήρη και να γελάει με εκείνο το δυνατό της γέλιο. Αφάνταστα πράγματα. Να βλέπει τους ηθοποιούς να πηγαινοέρχονται, να φοράνε τα κοστούμια τους και ο Αντωνάκης ο Φωκάς όλο και κάτι να διορθώνει. Ασύλληπτα πράγματα. Κι η Τζένη να ψελλίζει τα λόγια της τραγωδίας και να κοιτάζει γύρω της τρομαγμένη, μήπως τη δει κανένας και την πάρει στο ψιλό. Εικόνες ανεξίτηλες για ένα παιδί που είχε μονάχα έναν θεό: εκείνον του θεάτρου».

10. «Γι’ αυτήν τη βραδιά ήθελα να μιλήσω. Για το ωραιότερο Σάββατο της ζωής μου. Την ωραιότερη μέρα της ζωής μου. Της καλλιτεχνικής ζωής μου» γράφει χαρακτηριστικά η Τζένη για τη δεύτερη μέρα που έπαιξε τη «Μήδεια» στην Επίδαυρο. «Εκείνη η παράσταση του Σαββάτου ήταν η ωραιότερη παράσταση της “Μήδειας” που έγινε ποτέ. Από όλους. Λες και μας άγγιξε όλους ένα μαγικό ραβδί, χορό και ηθοποιούς, και κάναμε μια παράσταση βγαλμένη από τα σπλάχνα μας. Νομίζω ότι όσες φορές κι αν ξαναπαίξουμε τη “Μήδεια”, αυτήν την απογείωση, αυτό το μεθύσι, αυτό το τίναγμα της ψυχής, σπάνια θα τα ξαναβρούμε. Στο τέλος, μετά το χειροκρότημα, έφυγα τρέχοντας για το καμαρίνι. Ξυπόλυτη. Είχα ξεχάσει να βάλω τα παπούτσια μου. Έτρεχα πάνω στις πέτρες και δεν καταλάβαινα τίποτα. Σαν τους αναστενάρηδες. Ήτανε, φαίνεται, κάτι σαν παράκρουση. Ευλογημένη, αξέχαστη, πολύτιμη παράκρουση».

11. Η Τζένη πρωταγωνίστησε σε πέντε ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου: «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955), «Δελησταύρου και Υιός», «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο», «Η Θεία από το Σικάγο» (1957) και «Η Νύφη το ’σκασε» (1962).

12. Η Τζένη πρωταγωνίστησε σε τρεις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη: «Το Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος», «Χριστίνα» (1960) και «Ένας Ιππότης για τη Βασούλα» (1968).

13. Η Τζένη πρωταγωνίστησε σε επτά ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου: «Λόλα», «Ένας Μεγάλος Έρωτας», «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964), «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» (1965), «Τζένη, Τζένη» (1966), «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967), «Μια Γυναίκα στην Αντίσταση» (1970).

14. Ο Ντίνος Δημόπουλος είχε περιγράψει ως εξής την πρώτη τους συνάντηση την άνοιξη του 1952: «Η νέα κοπέλα με κοίταξε με συστολή. Είχε ευγενικό πρόσωπο, φωτεινό, που το πλαισίωναν ανοιχτά μαλλιά, ξανθά, δεμένα, θυμάμαι, σε δύο κοτσιδάκια, δεξιά και αριστερά. Προσέχοντάς την καλύτερα, κατάλαβα πως αυτό το φως του προσώπου της εκχεόταν από εκείνα τα δύο περίεργα λαμπερά γαλάζια μάτια της, που αυτήν τη στιγμή ήταν χαμηλωμένα, μα σε λίγο, όταν η αμήχανη κουβέντα μας άρχισε να παίρνει κάποιον ρυθμό και η πρώτη αβέβαιη συστολή μετάλλαξε σε θερμή ευγλωττία από μέρους της, αυτά τα μάτια, συν η ευγλωττία της, διαπίστωσα πως έκαναν να πλεονάζει η απαρίθμηση των άλλων καλλιτεχνικών της προσόντων, στην οποία με τόση θέρμη φαινόταν να επιδίδεται η νέα κοπέλα. […] Όταν η νέα κοπέλα σηκώθηκε να φύγει, τη σταμάτησα. “Μου ξαναλέτε το όνομά σας;”, την παρακάλεσα. Μου το είπε και σφίξαμε τα χέρια. Άκουσα τα βήματά της να χάνονται στο μακρινό διάδρομο του Ρεξ. Πήρα το μπατόν Λάιχνερ και έγραψα πάνω στο μεγάλο καθρέφτη: “Τζένη Καρέζη”. “Να ένα όνομα πρωταγωνίστριας”, σκέφτηκα…»

15. Ο Φεντερίκο Φελίνι είχε δηλώσει: «Μην προεξοφλείτε ότι θα πάρω το Όσκαρ. Υπάρχει και μια ελληνική ταινία, "Τα Κόκκινα Φανάρια", που είναι πολύ ανταγωνιστική». Σύμφωνα με αφήγηση του Βασίλη Γεωργιάδη, «τα “Κόκκινα Φανάρια” ήρθαν δεύτερη ταινία σε εισπράξεις παγκόσμια, με πρώτη τον “Τζέιμς Μποντ” της εποχής. Τα στοιχεία δεν δόθηκαν ποτέ στη δημοσιότητα, γιατί δεν συνέφερε τους παραγωγούς να φανερώσουν τις πραγματικές εισπράξεις». 

16. Ο Βασίλης Γεωργιάδης είχε δηλώσει για τη συνεργασία του με την Τζένη: «Ήταν κρίμα που δούλεψα μαζί της μόνο σ’ αυτήν την ταινία. Το ταλέντο της ήταν πιο πολύ για κωμωδία. Αν έκανα μαζί της άλλη ταινία, θα ήταν σίγουρα αμερικανική κωμωδία»

17. Η ταινία «Λυσιστράτη» (1972), που κέρδισε το Βραβείο Αρτιότερης Παραγωγής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ήταν παραγωγή της «Νέας Κινηματογραφικής ΕΠΕ», της Τζένης και του Κώστα Καζάκου.

18. Στις διακρίσεις των ταινιών που έπαιξε η Τζένη πρέπει να συμπεριληφθεί και το Αργυρό Μετάλλιο της «Λίμνης των Πόθων» (1958) του Γιώργου Ζερβού στο Φεστιβάλ Κορκ.

19. Στις τιμητικές διακρίσεις της ίδιας της Τζένης πρέπει να συμπεριληφθεί και το Αριστείο του περιοδικού «Φαντασία», που της απονεμήθηκε τον Δεκέμβριο του 1961. Η επιλογή της ως της δημοφιλέστερης γυναίκας ηθοποιού βασίστηκε όχι μόνο στον αριθμό των ψήφων των αναγνωστών και θαυμαστών της, αλλά και στις ψήφους της επιτροπής των ειδικών, στην οποία συμμετείχαν διάφορες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, ανάμεσά τους και η μεγάλη Κυβέλη.

20. Σύμφωνα με έρευνα που έκανε το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών σε συνεργασία με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου την περίοδο 1990-1991, η Τζένη ήταν η δημοφιλέστερη ηθοποιός από κάθε άλλον έλληνα ή ελληνίδα.

21. Η ίδια η Τζένη περιέγραφε ως εξής τον “πρώτο” της θεατρικό ρόλο: «Βρισκόμαστε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη, όταν ένα βράδυ με πήραν οι γονείς μου και πήγαμε να παρακολουθήσουμε το πρόγραμμα που παρουσίαζε ο αλησμόνητος τροβαδούρος της Αθήνας, ο Αττίκ. Αν και ήμουν 4,5 ετών κοριτσάκι, καθόμουν σχετικώς ήσυχα και όρθια, για να βλέπω καλύτερα στη σκηνή. Κάπου-κάπου, όμως, τραβούσα και καμιά κλωτσιά στον μπροστινό μου. Έτσι είχαν τα πράγματα και ξαφνικά μες το μυαλό μου άστραψε η μεγάλη ιδέα. Γλίστρησα με τρόπο από τη θέση μου, τρύπωσα στα παρασκήνια και ύστερα από λίγο, προς έκπληξη των θεατών και λαχτάρα των δικών μου, έκανα την εμφάνισή μου στη σκηνή φορώντας όπως-όπως το φουστάνι μιας μπαλαρίνας, κοντό για την ίδια, τεράστιο όμως για το δικό μου σώμα. Άρχισα να χορεύω και ο Αττίκ, ενθουσιασμένος με σήκωσε στα χέρια και με παρουσίασε για νούμερο στο κοινό που με χειροκροτούσε. Μα η δόξα μου δεν κράτησε για πολύ. Προτού προφτάσω να… υποκλιθώ, ήρθε ο πατέρας μ’ άρπαξε στα δικά του χέρια και εδέχθην και τα δικά του… χειροκροτήματα στα μαλακά!» 

22. Η Τζένη έπαιξε σε 69 θεατρικές παραστάσεις σε διάστημα 36,5 χρόνων. Την 1η Οκτωβρίου 1954 εμφανίστηκε στο έργο «Η Ωραία Ελένη» των Αντρέ Ρουσέν και Μαντλέν Γκρέι στο Θέατρο Κοτοπούλη (Rex). Και στις 31 Μαρτίου 1991 έδωσε την τελευταία της παράσταση στο έργο «Διαμάντια και Μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη στο Θέατρο Αθήναιον της οδού Ακαδημίας (το σημερινό «Τζένη Καρέζη»).

23. Για τη συνεργασία της με τη Μελίνα Μερκούρη και την Κατίνα Παξινού, η ίδια γράφει: «Η Τζένη έγινε –είχε την τύχη– πολύ γρήγορα γνωστή. Κι έπαιξε δίπλα στη Μελίνα. Την είδε επιτέλους από κοντά. Να παίζει, να γελάει και προπαντός να ζει κάθε στιγμή. Κι αμέσως έπειτα έπαιξε δίπλα στην Παξινού. Τι αξέχαστη εμπειρία. Τι τύχη να είσαι δυο μηνών ηθοποιός και να ’χεις την απίστευτη χαρά να βλέπεις αυτήν τη γυναίκα να κάνει πρόβα. Και να σου απευθύνει τον λόγο στη σκηνή! Και να σ’ αγκαλιάζει έπειτα –με εκείνη τη γενναιοδωρία που μόνο οι πολύ μεγάλοι διαθέτουν– και να σου λέει πόσο καλή ήσουνα»

24. Το πρώτο έργο που έπαιξε στο Εθνικό Θέατρο η Τζένη ήταν η «Δοκιμασία» του Άρθουρ Μίλερ, το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Νοέμβριο του 1955. Και το τελευταίο, το «Έγκλημα στο Νησί των Κατσικιών» του Ούγκο Μπέτι, το οποίο έκανε πρεμιέρα τον Ιανουάριο του 1959. 

25. Ο θεατρικός παραγωγός Γιώργος Λεμπέσης αφηγείται: «Το “Μεγάλο μας Τσίρκο” έκανε στάνταρ 1.300 εισιτήρια κάθε βράδυ, όσα χωρούσε δηλαδή, μέσα στην καρδιά της δικτατορίας και κάτω από τα μάτια και τα αφτιά των συνταγματαρχών. Τι έργο, τι κείμενα, τι μουσική, τι θίασος! […] Ό,τι και όσα να γράψω γι’ αυτήν την παράσταση θα είναι πολύ λίγα, πιστέψτε με. Βαφτίσαμε εκείνη την παράσταση “χιλιοτρακοσάρα” […]» 

26. Από το 1968, που η Τζένη συμπρωταγωνίστησε πρώτη φορά με τον Κώστα Καζάκο στο θεατρικό σανίδι (στο έργο «Θεοδώρα η Μεγάλη» του Γιώργου Ρούσσου), έπαιξε χωρίς αυτόν μόνο μία φορά, το 1979, στο έργο «Οι Θεατρίνοι», που κατέβηκε πρόωρα. 

27. Από το 1970, που ο Κώστας Καζάκος σκηνοθέτησε πρώτη φορά την Τζένη στο θέατρο (στο έργο «Η Κυρία Δεν Με Μέλλει» του Βικτοριέν Σαρντού), μέχρι τον θάνατό της, κράτησε τον ρόλο του σκηνοθέτη στα 17 από τα 27 θεατρικά έργα που πρωταγωνίστησε. 

28. Στην περίοδο 1970-1991, εκτός από τον Καζάκο, η Τζένη σκηνοθετήθηκε επίσης από τους: Μίνωα Βολονάκη («Έντα Γκάμπλερ», «Μήδεια»), Ρόμπερτ Στούρουα («Ηλέκτρα» και «Οιδίπους Τύραννος»), Ολέγκ Εφρέμοφ («Πρόσωπο με Πρόσωπο», «Βυσσινόκηπος»), Ζυλ Ντασσέν («Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;»), Κώστα Μπάκα («Παναγιά των Δολαρίων») και Βασίλη Παπαβασιλείου («Διαμάντια και Μπλουζ»). 

29. Πριν από την Τζένη το 1985, ο Μίνως Βολονάκης είχε σκηνοθετήσει στον ρόλο της «Μήδειας» και τη Μελίνα Μερκούρη το 1976. 

30. Στο πρόγραμμα του θεατρικού έργου του Μπράιαν Φριλ «Πολίτες Β΄ Κατηγορίας» (1978), με το οποίο εγκαινίασαν το χειμερινό θέατρο Αθήναιον στην οδό Ακαδημίας 3, Τζένη και Κώστας Καζάκος έγραφαν: «“Όταν ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή” λέει ο Λαός μας. Και εμείς πιστεύουμε ότι το Θέατρο είναι σχολείο. Κι είμαστε, σαν παιδιά, χαρούμενοι, που μέσα στην καρδιά της Αθήνας, φτιάχτηκε ένα καινούργιο θέατρο. Μακάρι να γίνουν κι άλλα, εκατοντάδες, κατάσπαρτα σ’ ολόκληρη την Ελλάδα». Και στο πρόγραμμα του θεατρικού έργου του Έντουαρντ Ρατζίνσκι «Τζόγκινγκ» (1987) προσέθεταν: «Σ’ αυτό το θεατράκι, το “Αθήναιον”, όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, ζήσαμε μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της θεατρικής μας ζωής. Ανεβάσαμε δύσκολα και πολυεπίπεδα έργα, με βαθείς και περιεκτικούς ανθρώπινους χαρακτήρες και με έντονο κοινωνικό προβληματισμό. Έργα που εκφράζουν την αγωνία των ημερών μας, που προβάλουν τις αιώνιες ανθρωπιστικές αξίες και που στηρίζουν την ανθρωπιά και τη δημιουργικότητα του ανθρώπου. Σ’ αυτό μας τον δρόμο, μας συμπαραστάθηκε ένα σημαντικό τμήμα του Κοινού και υπερηφανευόμαστε ότι κερδίσαμε τη δύσκολη αγάπη και εμπιστοσύνη, των πιο απαιτητικών θεατών, εκείνων ακριβώς που πάνε στο θέατρο όχι μόνο για να περάσουν μια ευχάριστη βραδιά».

31. Για την αγάπη που είχε ως παιδί στον κινηματογράφο, η Τζένη γράφει: «Η Ευγενούλα είχε και το μεγάλο της καταφύγιο. Άρχισε να πηγαίνει σινεμά. Κι έπειτα γύριζε στο σπίτι της, άφηνε απ’ έξω τα προβλήματα και τον μπαμπά και τη μαμά της, κλεινότανε μέσα στο δωμάτιο, έπαιρνε την κουβέρτα, την πέρναγε σε μια ζώνη ή σ’ ένα κασκόλ, την τύλιγε γύρω από το κορμάκι της, έπιανε τα σίδερα του κρεβατιού, τα έκανε ανάλογα πρόσωπο ή αγκαλιά και άρχιζε να παίζει. Να κάνει αυτά που έκαναν τα πρόσωπα στο σινεμά ή άλλα πρόσωπα, δικά της, που ξεφύτρωναν μέσα στο μυαλουδάκι της κι έπειτα εκείνη τούς έδινε ζωή. Αυτά τα πρόσωπα ήτανε και τα καλύτερα. Να μιλάει, λέει, στο παιδάκι της που πέθανε, να αποχαιρετάει τον αγαπημένο της, να ’ναι δουλάκι που το διώχνουνε, να ’ναι ορφανό, να ’ναι όμως και μια πανέμορφη βασιλοπούλα που περιμένει να την κερδίσει ο πρίγκιπας. Δεν υπήρχε συμφορά, ανθρώπινη και μη, που να μην την έχω εφεύρει. Σενάρια ολόκληρα. Είχε στενάξει το δόλιο το κάγκελο και η κουβέρτα. Είχε στενάξει και ο καθρέφτης. Γιατί πήγαινα και εκεί. Του έλεγα όλα τα βάσανά μου. Έκλαιγα ασταμάτητα και αυτό που έβλεπα μου άρεσε. Και πάλι από την αρχή. Βραδιές απίστευτες. Στιγμές απίστευτες. Το κοριτσάκι, η Ευγενούλα, η Μπέτυ Ντέιβις, η κουβέρτα, το κασκόλ και το κάγκελο. Μια μαγεία, μια απίστευτη μαγεία, που με παραλλαγές κρατάει μέχρι σήμερα. Απέραντη ευγνωμοσύνη έχω σ’ αυτές τις στιγμές. Έκλεινα απ’ έξω τους καβγάδες, τη δυστυχία, τη χυδαιότητα και τη μιζέρια και ύφαινα στον αργαλειό μου τη ζωή μου. Ήταν δική μου αυτή η ζωή. Και είναι δική μου. Την έχτιζα, τη χτίζω, μου τη γκρεμίζανε, έκλαιγα πάνω στα απομεινάρια της, εξόρκιζα τις συμφορές μου, παγίδευα τον χώρο και τον χρόνο, έλιωνα απ’ τον καημό και το παράπονο, αλλά ύφαινα. Κένταγα την όμορφη ζωή μου».

32. Η Τζένη Καρέζη πρωταγωνίστησε σε 33 ταινίες σε διάστημα 17 χρόνων. Η πρώτη της ταινία, το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», προβλήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1955 και η τελευταία της, η «Λυσιστράτη», στις 25 Σεπτεμβρίου 1972. 

33. Για τη μεταπήδησή της από το θέατρο στον κινηματογράφο, ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος σημειώνει: «Οι κωμωδίες στηρίχτηκαν στους μεγάλους της εποχής: Λογοθετίδη, Αυλωνίτη, Μακρή, Ηλιόπουλο, Φωτόπουλο, Κωνσταντάρα κι έμενε μάλλον κενή η θέση της γυναίκας. Αυτήν τη θέση την κατέλαβε επάξια εκείνο το θεληματικό κορίτσι με τα γαλάζια μάτια και την ανεβαστή μύτη, που τώρα, χάρη στη θητεία της στο θέατρο, είχε λύσει τα σφιχτοδεμένα κοτσιδάκια της μαθητείας και πορευόταν με στέρεα βήματα τον δύσκολο δρόμο της επαγγελματικής αναγνώρισης στον χώρο της εγχώριας Έβδομης Τέχνης, που την περίμενε. Έτσι γίνηκε η “Δεσποινίς Διευθυντής”, η “Τρελή, Τρελή Οικογένεια”, η “Τζένη, Τζένη”»

34. Τον Μάιο του 1955, ο Γιώργος Τζαβέλλας είχε αναγγείλει στον Τύπο την πρόθεσή του να γυρίσει την ταινία «Η Τελευταία Λατέρνα» με τον Ορέστη Μακρή και τον Μίμη Φωτόπουλο. Ο Αλέκος Σακελλάριος, που το ίδιο διάστημα ετοίμαζε την ταινία «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο», τον κατηγόρησε ως λογοκλόπο. Η υπόθεση πήρε διαστάσεις στον Τύπο, αλλά τελικά ο Φίνος κατεύνασε τα πνεύματα. Ο Τζαβέλλας αποσύρθηκε από τα σχέδιά του, αλλά το σενάριο του χρησίμευσε ως βάση στην ταινία του Σωκράτη Καψάσκη «Μια Λατέρνα, Μια Ζωή» (1958), στην οποία επίσης πρωταγωνίστησε η Τζένη. 

35. Το «Τρελοκόριτσο» προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 29 Δεκεμβρίου 1958. Προηγήθηκαν κατά χρονολογική σειρά οι εξής ταινίες στις οποίες συμμετείχε η Τζένη: «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (12-12-1955), «Δελησταύρου και Υιός» (7-1-1957), «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (1-4-1957), «Η Θεία από το Σικάγο» (16-12-1957), «Η Λίμνη των Πόθων» (13-1-1958) και «Μια Λατέρνα, μια Ζωή» (20-10-1958). 

36. Η «Στέλλα» έκοψε 134.142 εισιτήρια και το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» 126.530. Αυτά ήταν τα περισσότερα μεταξύ όλων των ταινιών της σεζόν 1955-1956. 

37. Η ταινία «Τζένη, Τζένη» έκοψε 587.323 εισιτήρια. Αξίζει να σημειωθεί ότι για όλες τις ταινίες οι μετρήσεις αφορούσαν μόνο την Αττική. Το ρεκόρ μεταξύ των ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είναι τα 751.117 της «Υπολοχαγού Νατάσσας» (1970). 

38. Οι έξι ταινίες της Τζένης που ξεπέρασαν τα 400 χιλιάδες εισιτήρια είναι οι εξής: «Τζένη, Τζένη» (587.323), «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» (521.134), «Τα Κόκκινα Φανάρια» (473.686), «Μια Γυναίκα στην Αντίσταση» (460.036), «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (427.698) και «Δεσποινίς Διευθυντής» (402.143). 

39. Στο θεατρικό έργο «Το Σπίτι με τα Κόκκινα Φώτα» του Αλέκου Γαλανού, τον κινηματογραφικό ρόλο της Τζένης είχε παίξει η Έρση Βαλαβάνη. Στο θεατρικό έργο «Οι Γυναίκες Προτιμούν τους Σκληρούς» των Νίκου ΤσιφόρουΠολύβειου Βασιλειάδη, η Μιράντα Μυράτ.

40. Οι κάτωθι ταινίες προβλήθηκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες κατά την εξής χρονολογική σειρά: «Τα Κόκκινα Φανάρια» (2-12-1963), η «Λόλα» (17-2-1964), «Δεσποινίς Διευθυντής» (18-12-1964), «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» (25-10-1965) και «Τζένη, Τζένη» (21-2-1966). Επομένως, η Τζένη έπαιξε πρώτα τους δύο δυνατότερους δραματικούς ρόλους της και αμέσως μετά τους καλύτερους κωμικούς της. Επίσης, η πρώτη έγχρωμη ταινία της δεν είναι το «Τζένη, Τζένη», όπως πολλές φορές γράφεται εσφαλμένα, αλλά η «Τρελή Οικογένεια». 

41. Το «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 27 Φεβρουαρίου 1967, δηλαδή 53 μέρες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. 

42. Η Τζένη είχε συναντηθεί με τον Κώστα Καζάκο και στην ταινία «Προδομένη Αγάπη» (1962), αλλά οι καρδιές τους έμελλε να σκιρτήσουν πέντε χρόνια αργότερα, όταν ο Καζάκος θα φορούσε τη στολή του αξιωματικού στο «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967). Ο ίδιος αφηγείται σήμερα: «Είχαμε ξανασυναντηθεί σε δουλειές. Και σε ταινία, και σε ραδιοφωνικό θέατρο. Αλλά ήταν σαν να μην ιδωθήκαμε. Σαν να μην υπήρχε η συνάντηση. Δηλαδή, πρωτοσυναντηθήκαμε εκεί (σ.σ.: στο “Κοντσέρτο για Πολυβόλα”) το ’66. Ενώ και το ’63 είχαμε κάνει ταινία, με τον Ερρίκο Θαλασσινό. Πρωταγωνιστούσε η Τζένη με τον Φούντα. Κι έπαιζα κι εγώ μέσα. Κι έκανα τον βοηθό. Και καθόμουν στο καμαρίνι και της μάθαινα τα λόγια το πρωί την ώρα που βαφόταν. Ούτε το θυμόταν!» 

43. Η Τζένη παντρεύτηκε τον Κώστα Καζάκο στις 5 Αυγούστου 1968.

44. Στην αρχή της θεατρικής της καριέρας, η Τζένη είχε τραγουδήσει το τραγούδι της τρέλας της «Οφηλίας» στον «Άμλετ» και τραγούδια του Χατζιδάκι στις κωμωδίες του Αριστοφάνη, τα οποία δεν κυκλοφόρησαν στη δισκογραφία. 

45. Ο δίσκος «Τζένη Καρέζη: Τραγούδια από τον Κινηματογράφο και το Θέατρο» (MINOS-EMI, 1993) περιείχε 14 τραγούδια. Στον δίσκο «Λυσιστράτη» (Legend Recordings, 2006), με τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου από την ομώνυμη ταινία, περιλαμβάνονται 3 ακόμα τραγούδια με τη φωνή της Τζένης.

46. Εκτός από τα αναφερθέντα στο κυρίως κείμενο, η Τζένη ηχογράφησε και τα εξής τραγούδια σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη: «Άνοιξε Λίγο το Παράθυρο» (σε στίχους Βασίλη Ρώτα, για το θεατρικό έργο «Ένας Όμηρος», το 1962), «Πήρα τους Δρόμους τ’ Ουρανού» (σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, για την ταινία «Μια Σφαίρα στην Καρδιά», το 1965) και «Λαχτάρισα Μια Χώρα» (σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, για το θεατρικό έργο «Ο Εχθρός Λαός», το 1975). 

47. Ο Μίκης Θεοδωράκης περιγράφει ως εξής την πρώτη του συνάντηση με την Τζένη: «Έγραφα τη μουσική για κάποιο θεατρικό έργο του Νίκου Γκάτσου που επρόκειτο να μεταδοθεί και βρισκόμασταν και οι τρεις (ο Ελύτης, ο Γκάτσος κι εγώ) στο γραφείο του Ελύτη, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε η πρωταγωνίστρια. Ήταν η Τζένη, μαθήτρια ακόμα της Δραματικής Σχολής, 17-18 χρονών περίπου. Η Τζένη είχε μια πραγματικά εκθαμβωτική ομορφιά. Θυμάμαι ότι και οι τρεις τα χάσαμε και, όταν συνήλθαμε, τσακωνόμασταν μεταξύ μας για το ποιος θα συνεργαστεί μαζί της. Ο Γκάτσος έλεγε “εγώ έγραψα το κείμενο”, εγώ έλεγα “εγώ έγραψα τη μουσική” και ο Ελύτης “εγώ είμαι ο διευθυντής”».

48. «Θυμάμαι έναν νεαρό που έλεγε βγαίνοντας από μια παράστασή της: “Θεούλη μου! Έχει κάτι μάτια! Νομίζεις πως θα δεις εκεί μέσα τον βυθό της θάλασσας…”», Πέλη Κεφαλά (περιοδικό «Εικόνες», 20.2.1985, τεύχος 16).

49. Ολόκληρη η δήλωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη είχε ως εξής: «Τέτοια πλάσματα γεννιούνται μια φορά και δεν πεθαίνουν ποτέ! Ήμασταν δυο βίοι παράλληλοι, από μικρές μαζί και δίπλα η μία στην άλλη. Η Τζένη Καρέζη σφράγισε το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο με τη μοναδική της λάμψη. Αναμφισβήτητα, ήταν καλύτερη ηθοποιός από μένα. Η υπερηφάνεια, η μαγεία, το ήθος και η λάμψη της θ’ αστράφτουν για πάντα». 

50. Η Τζένη είχε δηλώσει για τη φημολογούμενη αντιπαλότητά τους: «Ομολογώ ότι ποτέ δεν θεώρησα την Αλίκη αντίπαλο στον επαγγελματικό τομέα. Από τη Σχολή, μάλιστα, είμαστε φίλες. Πιστεύω ότι είμαστε εντελώς διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας. Αλλά γιατί επιμένετε να βλέπετε αιωνίως εμένα και την Αλίκη σε μια διάσταση που ουσιαστικά είναι θρύλος; Ένας θρύλος που δημιούργησαν οι δημοσιογράφοι. Το μόνο κοινό σημείο με την Αλίκη είναι ότι χρονικά κάναμε παράλληλες καριέρες».

51. Το «Ποντικάκι» προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 15 Φεβρουαρίου 1954, ενώ το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» στις 12 Δεκεμβρίου 1955. 

52. Η Αλίκη πρωταγωνίστησε στις εξής εννιά ταινίες του Ντίνου Δημόπουλου: «Αστέρω» (1959), «Το Κλωτσοσκούφι», «Μανταλένα» (1960), «Η Λίζα και η Άλλη» (1961), «Ταξίδι» (1962), «Η Αρχόντισσα και ο Αλήτης» (1968), «Η Δασκάλα με τα Ξανθά Μαλλιά», «Η Νεράιδα και το Παλληκάρι» (1969), «Η Κόρη του Ήλιου» (1971). 

53. Η Αλίκη πρωταγωνίστησε στις εξής επτά ταινίες του Αλέκου Σακελλάριου: «Το Ξύλο Βγήκε απ’ τον Παράδεισο» (1959), «Η Αλίκη στο Ναυτικό» (1961), «Χτυποκάρδια στο Θρανίο» (1963), «Η Σωφερίνα», «Το Δόλωμα» (1964), «Μοντέρνα Σταχτοπούτα» (1965), «Η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια» (1966). 

54. Η Τζένη συμπρωταγωνίστησε με τον Κώστα Καζάκο στις ταινίες: «Κοντσέρτο για Πολυβόλα» (1967), «Αγάπη και Αίμα» (1968), «Μια Γυναίκα στην Αντίσταση» (1970), «Ερωτική Συμφωνία» και «Λυσιστράτη» (1972).

55. Η Τζένη συμπρωταγωνίστησε με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στις ταινίες: «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο» (1955), «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο» (1967), «Το Νησί των Γενναίων» (1959), «Ραντεβού στην Κέρκυρα» (1960), «Δεσποινίς Διευθυντής» (1964), «Μια Τρελή, Τρελή Οικογένεια» (1965). Η Αλίκη στις ταινίες: «Το Κορίτσι με τα Παραμύθια» (1957), «Το Κλωτσοσκούφι» (1960), «Η Ψεύτρα» (1963), «Το Δόλωμα», «Η Σωφερίνα» (1964) και «Η Μαρία της Σιωπής» (1973).

56. Η Τζένη συμπρωταγωνίστησε με τον Ανδρέα Μπάρκουλη στις ταινίες: «Το Τρελοκόριτσο» (1958), «Ναυάγια της Ζωής» (1959), «Χριστίνα», «Η Χιονάτη και τα 7 Γεροντοπαλίκαρα» (1960) και «Τζένη, Τζένη» (1966). Η Αλίκη στις ταινίες: «Μαρία Πενταγιώτισσα», (1957), «Διακοπές στην Αίγινα», «Ο Μιμίκος και η Μαίρη», «Έρωτας στους Αμμόλοφους» (1958), «Η Μουσίτσα» (1959) και «Το Δόλωμα» (1964).

57. Η Αλίκη έκανε την πρώτη επίσημη θεατρική της εμφάνιση στις 14 Οκτωβρίου 1953 (στο έργο «Κατά Φαντασίαν Ασθενής» του Μολιέρου), ενώ η Τζένη την 1η Οκτωβρίου 1955 (στο έργο «Η Ωραία Ελένη» των Ρουσέν-Γκρέι). 

58. Ημερομηνία γέννησης δεν αναγράφεται ούτε στον τάφο της Τζένης ούτε στον τάφο της Αλίκης. Το μυστήριο για την Αλίκη έχει λυθεί, καθώς ήταν γραμμένη στο δημοτολόγιο του Δήμου Αμαρουσίου ως γεννηθείσα το 1934. Για την Τζένη παραμένει μάλλον άλυτο! Το Θεατρικό Μουσείο αναφέρει ως χρονολογία γέννησής της το 1932, αλλά η ιστοσελίδα της Finos Films το 1934. 

59. Η Τζένη γέννησε τον Κωνσταντίνο Καζάκο στις 25 Απριλίου 1969, η Αλίκη τον Γιάννη Παπαμιχαήλ στις 4 Ιουνίου 1969.

60. Το μικρό ελεγείο του Νότη Ρυσσιάνου για την Τζένη: 

Αυτή που χίλια ψίχουλα μοιράζει την ψυχή της. 
Όλοι να φάν’, της μαύρης γης αυτής, οι πεινασμένοι. 
Κι όταν ιδεί χούφτα ανοικτή, τη χούφτα της αδειάζει. 
Κι όπου θα βρει πικρή καρδιά, της πίνει το φαρμάκι. 
Αυτή που, όμοια Παναγιά, τη λατρεύουν όλοι. 
Η Καλοσύνη, Κόρη μου, στέναζε στον χαμό της. 
Μα η μνήμη της αμάραντο μοσχοβολάει λουλούδι. 

Γιατί κερνούσε βάλσαμο στον Πόνο τη μιλιά της 
κι άρτο την Καλημέρα της σε κάθε πικραμένο. 
Και δεν υπάρχει γέροντας, παιδόπουλο ή γυναίκα 
που να μη λέν’ πως της χρωστούν, δάκρυ, 
το Ευχαριστώ τους. 

Η μνήμη της αμάραντο μοσχοβολάει λουλούδι. 

61. Ολόκληρη η επιστολή της Τζένης όπως δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες στις 5 Μαΐου 1992: «Τρία χρόνια τώρα ταλαιπωρούμαι με σοβαρό πρόβλημα στην υγεία μου. Με φωτεινά διαλείμματα βέβαια, και με ενδιάμεσο τον περσινό χειμώνα, και την ευτυχία να παίξω το αριστούργημα της Λούλας Αναγνωστάκη "Διαμάντια και μπλουζ" στο θέατρο "Αθήναιον" και να αγαπηθεί τόσο το έργο, η παράσταση και εγώ προσωπικά από το αθηναϊκό κοινό. Ο θεός του θεάτρου για άλλη μια φορά στάθηκε καλός και γενναιόδωρος μαζί μου και πίστευα ότι αυτή η ευτυχία θα συνεχιζόταν και φέτος. Ότι θα επαναλαμβάναμε το "Διαμάντια και μπλουζ" στο θέατρό μας και ότι στη συνέχεια θα το παρουσιάζαμε στη Θεσσαλονίκη. Δεν στάθηκε δυνατόν. Δυστυχώς. Και πέρασα έναν ολόκληρο χειμώνα ανάμεσα Αθήνα-Λονδίνο δίνοντας μάχη με την αρρώστια μου και έχοντας πάντα μαζί μου τον ακριβό μου σύντροφο, Κώστα Καζάκο, και τον μονάκριβό γιο μου, Κωνσταντίνο. Στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής, ο κάθε άνθρωπος λειτουργεί διαφορετικά. Άλλος ξορκίζει το κακό φωνάζοντας, άλλος βγάζοντας προς τα έξω την απελπισία του, άλλος σιωπώντας και μαχόμενος καρτερικά. Αυτή η τελευταία είναι και η δική μου περίπτωση. Μαζί με την οικογένειά μου θα αγωνιστώ για την υγεία μου, για τη ζωή μου και για την επάνοδό μου στη σκηνή. Ευχαριστώ τον Τύπο και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τη διακριτική τους στάση, ευχαριστώ όλο τον κόσμο, ανώνυμους και επώνυμους για τη συμπαράσταση και την αγάπη τους και ας είναι σίγουροι ότι όλες μου οι προσπάθειες είναι να ξαναβρεθώ κοντά τους μέσω της δουλειάς μου. Επίσης, αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω την εκπληκτική ομάδα των γιατρών του ουρολογικού τμήματος του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου για την ετοιμότητα με την οποία αντιμετώπισαν το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι την καινούργια και μάλλον επικίνδυνη περιπέτεια της υγείας μου. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τους θεράποντες γιατρούς μου, καθηγητή Νίκο Δαβίλα και τον γιο του, Ηλία Δαβίλα, για το επιστημονικό τους κύρος, τη βαθιά ανθρωπιά τους και το θερμό ενδιαφέρον με το οποίο με περιέβαλαν. Θέλω να ζω με τους δικούς μου. Θέλω να κάνω τη λατρεμένη μου δουλειά. Θέλω να προσφέρω. Ν' αγαπώ και να με αγαπούν. Δεν χάνονται αυτά. Δεν πρέπει να χαθούν. Δεν θέλω να χαθούν. Και πάντα θα ελπίζω...» 

62. Η Μαίρη Αρώνη είχε αποβιώσει τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου 1992. 

63. Σύμφωνα με αφήγηση της Μελίνας Μερκούρη, ο «Γυάλινος Κόσμος» του Τένεσι Ουίλιαμς ήταν το τελευταίο θεατρικό όνειρο της Τζένης. 

64. Στα «Τετράδια Ζωής» της, η Τζένη αναφέρεται σ’ έναν «καταπράσινο βράχο που βρέθηκε στην αυλή» του εξοχικού της στην Τσαγκαράδα του Πηλίου. Επομένως, ίσως να μην ήταν τόσο τυχαία η επιλογή των οικείων της για το μνήμα της στο Πρώτο Νεκροταφείο...

65. «Λίγες μέρες μετά τον θάνατο της Τζένης Καρέζη, ο Κώστας και ο Κωνσταντίνος Καζάκος, μελαγχολικοί και μόνοι, πήγαν στο εξοχικό τους στο Λαγονήσι. Κάθισαν στη βεράντα του σπιτιού τους και μιλούσαν ώρες για την Τζένη. Πόσο τους έλειπε και πόσο την αγαπούσαν. Και τότε ένα σπουργιτάκι ήρθε και κάθισε στο χέρι του Κώστα. Παραξενεύτηκαν γιατί τα σπουργίτια δεν φημίζονται για την εξοικείωσή τους με τον άνθρωπο. Το σπουργίτι στεκόταν για ώρα εκεί και τους κοίταζε. Σε λίγο πέταξε μακριά και έφυγε. Κοιτάχτηκαν κι οι δυο με απορία. Το βράδυ, όταν μπήκαν μέσα στο σπίτι, το σπουργίτι ήταν μέσα και φτερούγιζε στο δωμάτιό τους. “Είναι σημάδι απ’ την Τζένη!” είπαν και οι δύο. Η ψυχή της φτερούγιζε ανάμεσά τους. Να τους δείξει πόσο τους αγαπούσε και πόσο κοντά τους ήταν, ακόμα κι από ’κεί πάνω». Από το βιβλίο του Μάκη Δελαπόρτα «Τζένη Καρέζη: Το Άρωμα μιας Ζωής» (εκδόσεις Άγκυρα, 2003). 

66. Αποσπάσματα από τα «Τετράδια Ζωής» και τις συνεντεύξεις της: 

– «Εγώ την αλήθεια τη λατρεύω. Όποιος απομακρύνεται από την αλήθεια οδεύει προς τον θάνατο. Τον όποιο θάνατο. Γιατί υπάρχουνε πολλοί…» 

– «Μια σχολή υπάρχει: Η αλήθεια. Μια τάση υπάρχει: Το πάθος γι’ αυτήν τη δουλειά. Και μία είναι η πρωτοπορία: να ’χεις πάντα τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά. Κι ό,τι κι αν κάνεις, να το αγαπάς. Να καταθέτεις το αίμα σου εκεί πάνω. Ό,τι κι αν παίζεις. Και να μη σνομπάρεις ποτέ αυτήν τη δουλειά. Είναι ύψιστη τιμή να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή. Να εξουσιάζεις, όσο μπορείς, έστω και για μία μόνο στιγμή, την ψυχή και τον νου των ανθρώπων. Όσων ανθρώπων. Όποιων ανθρώπων». 

– «Πέρα απ’ όλα, πάνω απ’ όλα, έξω από κάθε λογική και μέσα στην πιο απίστευτη χυδαιότητα, όπως και ανάμεσα σε διάφορα υπαρξιακά ερωτηματικά, διαδρομές υπόγειες, απορίες και ξαφνιάσματα και πληγές άφθονες, απ’ αυτές που κάθε μέρα μάς κερνάει η ζωή, υπάρχει κάτι που είναι σαν καταφύγιο και σε καλεί κάθε στιγμή να το ανακαλύψεις και να γιατρευτείς… Κι αυτό είναι η Τέχνη. Και μόνο. Πέραν αυτής… ουδέν!» 

– «Στο βάθος, μοναξιά τι είναι; Ένα κενό μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Εγώ τη χειρότερη μοναξιά την έχω νιώσει μέσα στο πλήθος. Αυτή η μοναξιά είναι αφόρητη. Άνθρωποι άσχετοι, κενές κουβέντες, έπαρση και υποκρισία, ασχετοσύνη και ανοησία και –το χειρότερο– να νιώθεις και τον εαυτό σου να απομακρύνεται. Να το βάζει στα πόδια και να σε αφήνει ολομόναχη…» 

– «Για μένα, η λέξη “φιλία” είναι ιερή και πρέπει να περιφρουρείται σχεδόν όπως κι ο έρωτας. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στον έρωτα, έτσι και στη φιλία η σχέση πρέπει να είναι απολύτως ισοδύναμη. Επενδύεις πάνω στους φίλους σου, αλλά συγχρόνως πρέπει και να καταθέτεις». 

– «Το πιο ερωτικό στον άνθρωπο είναι τα μάτια. Το βλέμμα και ό,τι κρύβει είναι το διεθνές, το διαχρονικό, το μεταφυσικό, το πανίσχυρο, το αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο διαβατήριο. Ή, μάλλον, το διαβατήριο των ερώτων μας…» 

– «Ο έρωτας είναι πιστοποιητικό ζωής. Κι ο άντρας κι η γυναίκα είναι παιδιά όταν είναι ερωτευμένοι. Αυτή είναι η θεία ομορφιά του έρωτα. Να σε κάνει παιδί…» 

– «Είναι τόσο όμορφη η αληθινή αγάπη. Νιώθεις ότι έχεις επιτέλους πού να ακουμπήσεις τους πόθους, τα όνειρά σου, τον καλύτερο εαυτό σου». 

– «Τη λατρεύω τη ζωή. Γιατί υπάρχει η διάσταση που πρέπει να ζητάμε κάθε μέρα: Η ποίηση, ένα ηλιοβασίλεμα, ένα χαμόγελο του παιδιού σου, ένα βιβλίο ή ένα φιλί από τη μητέρα σου, από τον αγαπημένο σου ή από κάποιον άνθρωπο που του έκανες καλό. Το φιλί της ζωής…» 

– «Η ανθρώπινη ευτυχία χτίζεται μέρα με τη μέρα, στιγμή με τη στιγμή. Και είναι πολύ εύθραυστη, γκρεμίζεται εύκολα. Δεν πρέπει ποτέ να επαναπαυτείς, δεν πρέπει ποτέ να πεις πικρή κουβέντα. Εγώ δεν πιστεύω πως ξεχνιούνται τα άσχημα λόγια. Πάντα κάτι αφήνουν κι αυτό γκρεμίζει σιγά-σιγά ό,τι έχτισες». 

– «Τα όνειρα… Τι ωραίο πράγμα! Και πόσο απαραίτητο… Ονειρεύομαι το έργο που θα παίξουμε του χρόνου. Ονειρεύομαι μεγάλους ρόλους. Ονειρεύομαι ένα ονειρεμένο καλοκαίρι, ξέγνοιαστο και ξεκούραστο… Ονειρεύομαι το σπιτάκι στο Πήλιο και τους δυο μας να περπατάμε πάνω στα φύλλα από τις καστανιές και πάνω στη σκηνή… Όμορφα, όνειρα, απλά… Όσο απλή είναι κι η ζωή. Ή όσο απλή είναι η κατάθεση μιας ολόκληρης ζωής». 

67. Ο σκηνοθέτης της παράστασης «Διαμάντια και Μπλουζ» (1990-1991), στην οποία η Τζένη έπαιξε τον τελευταίο της ρόλο στο θεατρικό σανίδι και τη ζωή, ήταν ο Βασίλης Παπαβασιλείου

68. Ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε γράψει αυτό το γράμμα στην Τζένη μετά από παράκληση εντύπου. «Ένα κείμενο για τη φίλη του, όπως τη θυμάται, όπως την ήξερε, όπως θα ήθελε να τη θυμόμαστε και να τη μάθουμε κι εμείς»: «Τζένη, τις προάλλες που ήρθατε πάλι με τον Κώστα και τον Κωνσταντίνο στο σπίτι μας στον Μαραθώνα ένιωσα ξαφνικά κάτι συνταρακτικό να συμβαίνει και θα ήθελα να το καταθέσω γραπτά για να μείνει ανεξίτηλο. Είμαστε θνητοί, Τζένη, καλάμια στον άνεμο, έστω σκεπτόμενα, όπως έλεγε ο Πασκάλ, αλλά καλάμια. Όταν, λοιπόν, κάποια στιγμή αισθανόμαστε να μας συνταράζει η προοπτική της αθανασίας, αναστατωνόμαστε. Έτσι προχτές μου συνέβη στην αυλή του Μαραθώνα. Καθώς το φεγγάρι ψηλά ονειρευόταν, τα μυριστικά στις γλάστρες δόξαζαν τα αρώματα, εσύ μιλούσες. Μιλούσες με πάθος, όπως πάντα, με τα υπέροχα μάτια σου κυρίαρχα να γοητεύουν τη νύχτα· καθώς μιλούσες, αισθάνθηκα πως είχες βγει από τον χρόνο και ήταν το σύμπαν μια σκηνή. Και μοναδική εσύ μέσα στο σύμπαν μονολογούσες για τα πάθη του κόσμου. Δεν ήταν φτηνή πολιτική, δεν ήταν φιλολογία. Ο μονόλογός σου ήταν ένας καημός για τον χρόνο που καίγεται και για τη μοναδικότητα της στιγμής. Ήταν ένα θέατρο ουσίας πέρα από την υποκριτική και τα σκηνοθετικά τερτίπια. Καθώς μιλούσες, είχες αναλάβει όλους τους ρόλους που γράφτηκαν και έπαιζες για την ανθρωπότητα πάσα το συνταρακτικό και αφοπλιστικό έργο που αγιάζει την αιωνιότητα της στιγμής. Να μπορούσα, Τζένη, να σταματήσω τον χρόνο και να κρατήσω αυτήν την εικόνα σου για πάντα, θα είχα παγιδεύσει την αθανασία σου. Ένιωσα πως αυτήν την εντύπωση έπρεπε να σου την πω για να ξέρεις πως η παρουσία σου πολλές φορές μας υποχρέωνε να μάθουμε τη γλώσσα των συμβόλων».


Βιβλιογραφία:

· Ακτσόγλου Μπάμπης, «Γιώργος Τζαβέλλας», Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 1994. 

· Βασιλειάδου Τέα – Μοσχοχωρίτου Όλγα, «Η Τζένη Καρέζη», Καστανιώτης, 1993. 

· Γεωργουσόπουλος Κώστας, «Προσωπολατρία», Έκτυπο, 1992. 

· Γκιώνης Δημήτρης, «Ένας κι ένας… 46+1 άνθρωποι της Τέχνης από κοντά», Άγκυρα, 2014. 

· Δαλιανίδης Γιάννης, «Ο κινηματογράφος, τα πρόσωπα κι εγώ», Καστανιώτης, 2005. 

· Δελαπόρτας Μάκης, «Αλέκος Σακελλάριος: Το ταλέντο βγήκε απ’ τον Παράδεισο», Άγκυρα, 2001. 

· Δελαπόρτας Μάκης, «Τζένη Καρέζη: Το άρωμα μιας ζωής», Άγκυρα, 2003. 

· Δελαπόρτας Μάκης, «Ο “άγνωστος” Νίκος Φώσκολος», Ορφέας, 2004. 

· Δελαπόρτας Μάκης, «Ντίνος Ηλιόπουλος: “Ο κλόουν που έπεσε από το φεγγάρι”», Ορφέας, 2006. 

· Δελαπόρτας Μάκης, «Φρέντυ Γερμανός: "Μέρες Τηλεόρασης"», Ορφέας, 2007. 

· Δημόπουλος Ντίνος, «Ένας σκηνοθέτης θυμάται…», Προσκήνιο, 1998. 

· Ιωαννίδου Αικατερίνη, Ημερολόγια του Ιδρύματος «Τζένη Καρέζη». 

· Καμβασινού Μαρικαίτη, «Φίνος Φιλμ: Φιλοποίμην & Τζέλλα», Ορφέας, 2005. 

· Καρέζη Τζένη, «Τετράδια Ζωής», Καστανιώτης, 1993. 

· Κουσουμίδης Μαρίνος, «Γυναικοκρατία στο Θέατρο», Γιάννης Β. Βασδέκης, 1984. 

· Λεμπέσης Γιώργος, «Από απόσταση αναπνοής: Το θέατρο και οι άνθρωποί του όπως τα έζησα», Λιβάνης, 2008. 

· Λούπης Μιχάλης, «Τζένη-Τζένη», έκδοση του περιοδικού «Life&Style», 2006. 

· Μικελίδης Νίνος Φενέκ, «Ιστορία του κινηματογράφου», Μανιατέας, 1997 

· Νιάρχος Θανάσης, «Τζένη Καρέζη: 20 χρόνια μετά», Ίδρυμα «Τζένη Καρέζη», 2012. 

· Νικολιζάς Νίκος, «Αλέκος Αλεξανδράκης: Ευχαριστώ», Άγκυρα, 2005. 

· Ξανθούλης Γιάννης, «Βασικά θεατής: Ελληνικό Θέατρο 1950-1960», Τόπος, 2008. 

· Ρούβας Άγγελος – Σταθακόπουλος Χρήστος, «Ελληνικός Κινηματογράφος: Ιστορία – Φιλμογραφία – Βιογραφικά», Ελληνικά Γράμματα, 2005. 

· Σολδάτος Γιάννης, «Βασίλης Γεωργιάδης», Αιγόκερως, 1999. 

· Σολδάτος Γιάννης, «Ντίνος Δημόπουλος», Αιγόκερως, 2001. 

· Σολδάτος Γιάννης, «Ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου», Αιγόκερως, 2004. 

· Τάσκου Ηλίας, «Βίοι παράλληλοι: Τζένη Καρέζη & Αλίκη Βουγιουκλάκη», ιδιωτική έκδοση, 2006. 

· Τζαννετάτος Στέφανος, «Μόνο η Καρέζη», Ανατολικός, 2002. 

· Τζαννετάτος Στέφανος, «Τα μάτια της Τζένης Καρέζη: Ένα σύγχρονο αφήγημα», Σοκόλης-Κουλεδάκης, 2010. 

· Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Στο τέλος μιλάει το πανί», Άμμος, 1997. 

· Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Γιώργος Τζαβέλλας: Ο διεθνής του σινεμά», Andy’s Publishers, 2014.

· Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Ταινίες για φίλημα», Εξάντας, 2000. 

· Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Ελληνικός Κινηματογράφος: Οι ηθοποιοί που έγραψαν ιστορία», ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», 2015. 

· Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Ελληνικός Κινηματογράφος: Οι ταινίες που έγραψαν ιστορία», ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», 2015. 

· Χατζηφωτίου Ζάχος, «Η Τζένη Καρέζη όπως τη γνώρισα», Ωκεανίδα, 1998.


Τηλεοπτικές Εκπομπές:

· «Καλλιτεχνικό Ραδιοφωνικό Περισκόπιο» («ΕΡΤ2 Θεσσαλονίκης», 1983). 



· «Περι-διαβάζοντας» («ΕΡΤ», 1999). 

· «Ανατροπή» («MEGA», 2002). 



· «FTHIS TV» («ANT1», 2012). 

· «ΟΛΑ Πρώτη Φορά» («ANT1», 2013). 

· «Τα Λέμε» («EPSILON TV», 2014). 

· «JoinUs» («ΣΚΑΪ», 2014). 

· «NaMaste» («EPSILON TV», 2015). 

· «ΦΜ LIVE» («STAR», 2016). 

· «JoinUs» («ΣΚΑΪ», 2016). 

· «Αποκαλυπτικά» («EPSILON TV», 2017).